ΑΠΟΨΕΙΣ

Ωρα αποφάσεων για το ΔΝΤ

Υπάρχει ένα όριο στο πόσο νερό είναι διατεθειμένος κανείς να βάλει στο κρασί του, ιδιαίτερα αν αντί για κρασί μιλάμε για την αξιοπιστία ενός διεθνούς οργανισμού – και μαζί την τύχη μιας ολόκληρης χώρας. Στην περίπτωση του ΔΝΤ, αυτό το όριο έχει ξεπεραστεί εδώ και καιρό. Εάν θέλει να υπηρετήσει την Ελλάδα, που εδώ και μία εξαετία δεν μπορεί να εξέλθει από την κρίση παρά τα προγράμματα στήριξης, το ΔΝΤ δεν πρέπει να συμμετάσχει στο ευρωπαϊκό πρόγραμμα με τις συνθήκες που διαμορφώνονται μετά το τελευταίο Eurogroup. Το πολιτικό κλίμα στην Ευρώπη δεν ευνοεί έναν μεγάλο συμβιβασμό με βάση τον οποίο οι Ευρωπαίοι θα αποδέχονταν γενναία μέτρα μείωσης του χρέους και οι Ελληνες γενναίες μεταρρυθμίσεις, όπως ζητούσε επί μήνες το ΔΝΤ. Κυριαρχεί η αντίδραση λίγων αλλά ισχυρών ευρωπαϊκών κυβερνήσεων σε οτιδήποτε θα θεωρούνταν από τους ψηφοφόρους τους σημαντική μείωση του χρέους. Και στο εσωτερικό, η ελληνική κυβέρνηση αντιδρά στη λήψη νέων μέτρων.

Η κυβέρνηση θα μπορούσε να έχει αξιοποιήσει καλύτερα την επιμονή του ΔΝΤ στην ελάφρυνση του χρέους για να επιτύχει χαλάρωση της λιτότητας. Ο διεθνής οργανισμός εκτιμά ότι το 3,5% του ΑΕΠ που θέτει στόχο το ευρωπαϊκό πρόγραμμα για το πρωτογενές πλεόνασμα δεν είναι ρεαλιστικό και εξακολουθεί να προτιμά τη μείωσή του στο 1,5% του ΑΕΠ, κάτι που θα απελευθέρωνε πόρους για την τόνωση της ανάπτυξης. Επίσης, όσο χαμηλότερος είναι ο στόχος για το πρωτογενές πλεόνασμα τόσο μεγαλύτερη η ελάφρυνση του χρέους, κάτι που θα βελτίωνε την εμπιστοσύνη στην επιτυχία του προγράμματος. Ωστόσο, η κυβέρνηση επέλεξε να επιτίθεται επί μήνες στο ΔΝΤ και μόνον κατόπιν προτροπής της αμερικανικής κυβέρνησης είχε χαμηλώσει κάπως τους τόνους.

Στο τελευταίο Eurogroup μάλιστα συμφώνησε να αποδεχθεί τον στόχο του 3,5% για έναν αριθμό ετών που μένει να διευκρινιστεί, με τη Γερμανία να επιμένει σε δέκα χρόνια. Και τώρα επικρίνει το ΔΝΤ διότι «δεν υπερασπίστηκε την Ελλάδα έναντι των μεγάλων χωρών της Ευρωζώνης» και το κατηγορεί για προδοσία, με το επιχείρημα ότι υποχώρησε στη μάχη για το ύψος των πρωτογενών πλεονασμάτων. Σίγουρα, το ΔΝΤ δεν επέμεινε στη θέση του απειλώντας να μη συμμετάσχει στο πρόγραμμα. Δυστυχώς για την Ελλάδα, είχε ήδη υποχωρήσει σε αυτό. Η μπάλα βρίσκεται πλέον στην ελληνική κυβέρνηση, που πρέπει να δείξει πώς θα επιτύχει τα υψηλότερα πλεονάσματα.

Και, ακόμη χειρότερα για την ελληνική οικονομία, προάγει την επέκταση του δημοσιονομικού «κόφτη» αντί των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων που ζητεί το ΔΝΤ. Ωστόσο, ο διεθνής οργανισμός δεν κάνει πίσω στην ανάγκη μεταρρύθμισης του ασφαλιστικού και της φορολογίας εισοδήματος, που θεωρεί ότι πρέπει να γίνει ούτως ή άλλως. Η απόφαση του Eurogroup αναφέρει και τα δύο: έναν μηχανισμό μείωσης των δαπανών και τις μεταρρυθμίσεις. Αυτά θα πρέπει να συμφωνηθούν για να ολοκληρωθεί η δεύτερη αξιολόγηση και τότε το ΔΝΤ θέλει οι Ευρωπαίοι να διευκρινίσουν ποια επιπλέον μέτρα μείωσης του χρέους είναι διατεθειμένοι να λάβουν μακροπρόθεσμα, ώστε να το πείσουν ότι το χρέος θα είναι βιώσιμο για να συμμετάσχει στο πρόγραμμα, όπως επιθυμούν. Η Ελλάδα έχει λοιπόν κάτι ακόμη να περιμένει από το ΔΝΤ.

Οπως και το 2012, το ΔΝΤ ζητεί να δει πώς θα επιτευχθούν δημοσιονομικοί στόχοι τούς οποίους λέει ότι δεν επιθυμεί, διότι θεωρεί ότι θα πλήξουν την ανάπτυξη και την αξιοπιστία του προγράμματος. Εάν όμως το ΔΝΤ είναι ειλικρινές όταν λέει ότι δεν ζητεί άλλη λιτότητα, ότι βασικές δημόσιες υπηρεσίες βρίσκονται ήδη στα όρια και ότι, αντίθετα, αυτό που θέλει είναι μεταρρυθμίσεις, τότε δεν πρέπει να αποδεχθεί την επέκταση του «κόφτη». Ακόμη και αν οι Ευρωπαίοι παρουσιάσουν κάποια επιπλέον μέτρα μείωσης του χρέους προτού συμμετάσχει, θα λείπει το άλλο βασικό χαρακτηριστικό που χρειάζεται για να «βγει» το ελληνικό πρόγραμμα: η επιστροφή της αναπτυξιακής προοπτικής, άρα και της εμπιστοσύνης.