ΑΠΟΨΕΙΣ

Μια ζωή περήφανοι

Λεγόταν Ρόμπερτ Ζίμερμαν, αλλά θαύμαζε πολύ τον Ντίλαν Τόμας. Εναν σπουδαίο Ουαλλό ποιητή, που όταν έγραφε, όταν δεν έγραφε ή βρισκόταν στο μεσοδιάστημα, έπινε·κατάφερε, όμως, να ζήσει έως τα σαράντα του. Θρυλείται πειστικά ότι ο πολυτάλαντος κύριος Ζίμερμαν βάφτισε έτσι εαυτόν Μπομπ Ντίλαν κατακτώντας τον κόσμο της μουσικής και γράφοντας ποίηση, που έμελλε να αναγνωριστεί πολύ αργότερα και θεσμικώς. Η απόφαση της Σουηδικής Ακαδημίας να του απονείμει το φετινό Νομπέλ Λογοτεχνίας χαρακτηρίστηκε ιστορικά, για κάποιους προκλητικά, αιρετική, κάτι που αναγνώρισε πρώτος ο τιμηθείς, που, προφανώς από ταπεινότητα, δεν παρέστη στη σεμνή τελετή: «Αν κάποιος μου είχε πει ότι είχα την παραμικρότερη πιθανότητα να κερδίσω το βραβείο Νομπέλ, θα είχα πιστέψει ότι έχω τόσες πιθανότητες όσες να βρεθώ στο φεγγάρι» εξομολογήθηκε ο Ντίλαν, σίγουρα θυμώνοντας κάποια μέλη της Επιτροπής που το εξέλαβαν ως έμμεση αμφισβήτηση της ευθυκρισίας τους.

Αξιον απορίας ίσως, αλλά αληθές. Πλην γνωστών Γάλλων «καταραμένων» ποιητών, ο Ντίλαν επηρεάστηκε στην πολυσχιδή του πορεία και από τον επίσης νομπελίστα, εμβληματικό (και –μεταξύ μας– δύσκολα προσβάσιμο), Τ.Σ. Ελιοτ, της «Ερημης Χώρας». Για την ποιητική σχέση Ελιοτ – Σεφέρη έχουν γραφτεί από ειδήμονες πολλά, εν μέρει κατανοητά. Θυμίζω ότι ο Ελιοτ είχε προτείνει δις τον Σεφέρη για το Νομπέλ πριν αυτό απονεμηθεί στον Ελληνα ομότεχνό του το 1963. Ενα απόσπασμα από την ομιλία τού –και διπλωμάτη πρώτης γραμμής– Σεφέρη στην τελετή απονομής: «Ανήκω σε μια χώρα μικρή. Ενα πέτρινο ακρωτήρι στη Μεσόγειο που δεν έχει άλλο αγαθό παρά τον αγώνα του λαού, τη θάλασσα και το φως του ήλιου. Είναι μικρός ο τόπος μας, αλλά η παράδοσή του είναι τεράστια και το πράγμα που τη χαρακτηρίζει είναι ότι μας παραδόθηκε χωρίς διακοπή. Η ελληνική γλώσσα δεν έπαψε ποτέ της να μιλιέται. Δέχθηκε τις αλλοιώσεις που δέχεται καθετί ζωντανό, αλλά δεν παρουσιάζει κανένα χάσμα». Μεταξύ άλλων, ζήσαμε έναν μακρόσυρτο όζοντα φανερό και υπόγειο διχασμό, τη δικτατορία με τον λογότυπο «Ελλάς, Ελλήνων Χριστιανών» και την αποκατάσταση της Δημοκρατίας, έως το 1979 που πανηγυρίσαμε μεταδοτικά, πάνδημα –εντάξει, όχι τόσο όσο μια μεταγενέστερη κατάκτηση χρυσού ολυμπιακού μεταλλίου π.χ. στη σκοποβολή–, το δεύτερο Νομπέλ μας και αυτό Λογοτεχνίας, που απονεμήθηκε στον Οδυσσέα Ελύτη.

Σταθήκαμε τυχεροί. Ποιήματα των δύο μετακόμισαν στο πεντάγραμμο σε εκπληκτικές μελοποιήσεις διατηρώντας άσβηστη την περηφάνια για τα δυο «μας» Νομπέλ. Ειδικά ακούγοντας κάποια τραγούδια γεννήματα στίχων τους, νιώθουμε δικαιωμένοι, ότι μια χώρα, μαζί της κι εμείς, παίρνει μπόι· όσο αυτά διαρκούν. Κι αυτό μεταβάλλεται σε νεοελληνικό αιθεροβάμονα ναρκισσισμό όταν υμνολογούν το παρελθόν μας, την κιβωτό του παγκόσμιου πολιτισμού, επιφανείς ξένοι. Νιώθουμε τότε πως όλοι μάς χρωστούν, ότι το μέλλον μάς ανήκει· όσο τα λόγια τους διαρκούν.