ΑΠΟΨΕΙΣ

Η εγκληματικότητα δεν «ξαποσταίνει»

«​​Τυχαία εξέλιξη» και όχι «πραγματική έξαρση του βίαιου εγκλήματος στο κέντρο της πόλης», χαρακτήρισε  κορυφαίο στέλεχος του υπουργείου Δημόσιας Τάξης τα τελευταία, διαδοχικά συμβάντα, στην Αθήνα (χθεσινή «Κ», ρεπορτάζ του Γιάννη Σουλιώτη). Τα «συμβάντα» περιλαμβάνουν αλλεπάλληλες ένοπλες ληστείες και ανταλλαγές πυρών μεταξύ αστυνομικών και κακοποιών, απόπειρα βομβιστικής επίθεσης στο υπουργείο Εργασίας. Και μπορεί, πράγματι, να είναι έτσι· «τυχαία εξέλιξη». Εξάλλου, όπως είπε, ο ίδιος αξιωματούχος, «προκειμένου να ανακοπεί το κύμα ένοπλων ληστειών και αιματηρών συμπλοκών, όπως αυτές που καταγράφηκαν τα τελευταία εικοσιτετράωρα, η ΓΑΔΑ αποφάσισε να θέσει από την Κυριακή σε εφαρμογή σχέδιο ενισχυμένης αστυνόμευσης. Θα ισχύσει καθ’ όλη την περίοδο των εορτών, κατά την οποία παραδοσιακά παρατηρείται έξαρση των περιστατικών βίας».

Κι αυτό αρκεί; Το πρόβλημα, δηλαδή, είναι ποσοτικό; Δεν παίζουν ρόλο η χωροταξική κατανομή ή η σωστή εκπαίδευση των αστυνομικών; Και τι είδους έγκλημα καλούνται να αντιμετωπίσουν; Οργανωμένο, με επιχειρησιακό σχέδιο; Πρόκειται για ενέργειες αποσπασματικές, οι οποίες έχουν κοινό παρονομαστή; ΄Η εντελώς τυχαίες και συγκυριακές; Στις ληστείες, ποια είναι η ζημιά (έχουν, δηλαδή, αυξηθεί τα περιστατικά και μαζί το ποσό των κλοπιμαίων); Ποια είναι η ηλικία και η σύνθεση των ατόμων ή των ομάδων που προβαίνουν σε εγκληματικές πράξεις; Η διασύνδεση των ποινικών με τους τρομοκράτες παραμένει αμείωτη και αρραγής; Τα ερωτήματα που ανακύπτουν είναι πολλά, χρειάζεται ένα πιο ισχυρό στατιστικό δείγμα για να καταλήξουμε σε συμπεράσματα. Εδώ και καιρό αναφερόμαστε στην έξαρση της βίας και της εγκληματικότητας, όμως τα στοιχεία, τα συμπεράσματα και η ανάλυσή τους δεν επαρκούν για να συνθέσουν μια συνολική εικόνα.

Οι συζητήσεις που ανοίγουν για την εξέλιξη και συνθετότητα του εγκλήματος και της εγκληματικότητας συνδέονται πάντα με την επικαιρότητα και αμέσως μετά την έξαρση του φαινομένου, καταλαγιάζουν. Οι εγκληματολόγοι γνωρίζουν ότι κάθε κοινωνία έχει ένα «σημείο κορεσμού»· αντέχει μέχρις ενός σημείου τη βία και την παρανομία, «απορροφά» τους κραδασμούς μέχρις ενός σημείου. Υστερα, αρχίζει η διάλυση.

Βέβαια, στην περίοδο της κρίσης, έχουμε αναφερθεί κατά κόρον στη «διάλυση του κοινωνικού ιστού». Εάν η τόσο συχνή επανάληψη είχε και πρακτικό αντίκρισμα, αυτή τη στιγμή θα επικρατούσε το απόλυτο χάος. Το πρόβλημα, ίσως, δεν είναι η «διάλυση» αλλά η κόπωση από τη διαρκή παρουσία του κινδύνου. Το καθημερινό άθροισμα μικρών ή μεγαλύτερων εκδηλώσεων ανομίας και παραβατικότητας, που γεννούν την αίσθηση ότι κανένα σχέδιο «ενισχυμένης αστυνόμευσης» δεν μπορεί να τα αντιμετωπίσει γιατί αναπαράγονται με μεγαλύτερη ταχύτητα από αυτήν με την οποία μπορούν να κατασταλούν. Η αίσθηση ότι επωάζεται το κακό ανενόχλητο, αποκτώντας μια αυτόνομη δυναμική.

Παράδειγμα: εφησυχάσαμε κάπως με τη Χρυσή Αυγή, μετά το όργιο δράσης της σε γειτονιές της Αθήνας, στην αρχή της κρίσης, και τις καταδρομικές επιχειρήσεις της κάτω από τη μύτη του επίσημου κράτους. Χρειάστηκε μια εν ψυχρώ δολοφονία για να κινητοποιηθεί ο κρατικός μηχανισμός, να αντιμετωπίσει το κόμμα τις κατηγορίες της εγκληματικής οργάνωσης και να αναδιπλωθεί. Παρ’ όλα αυτά, στις δημοσκοπήσεις παραμένει σταθερά τρίτη δύναμη. Προχθές, παρακολουθήσαμε και πάλι μέλη της Χρυσής Αυγής να εισβάλλουν στα κεντρικά γραφεία της Ενωσης Συντακτών κατά τη διάρκεια συζήτησης  με θέμα «Οι εθνικές μειονότητες στην Ελλάδα και οι συστάσεις των διεθνών οργανισμών», να δημιουργούν επεισόδιο με ύβρεις και συνθήματα. Μια «επανεμφάνιση» απολύτως ενθαρρυμένη από την πρόσφατη συνύπαρξη κυβερνητικών στελεχών και χρυσαυγιτών στο Καστελλόριζο. Μια «επανεμφάνιση» που τροφοδότησε πολύ νωπές ακόμα μνήμες.

Το ανησυχητικό είναι ότι η βία και η εγκληματικότητα δεν «ξαποσταίνουν» ακόμη κι όταν μεσολαβούν διαστήματα χωρίς γεγονότα. Ούτε βρίσκονται εν υπνώσει. Ανασυγκροτούνται και εξορμούν.