ΑΠΟΨΕΙΣ

Το δάκρυ του κλόουν

Είχα καιρό να ακούσω αυτήν τη φωνή. Είχα καιρό να νιώσω την αύρα αυτής της υπαρξιακής άνεσης, διότι αυτό είναι η φωνή, αύρα της ψυχής, αύρα της ύπαρξης. Είχα καιρό, πώς να το πω, να αισθανθώ την ανάσα αυτής της αυταρέσκειας που είτε μιλάει για το χρέος είτε ψιθυρίζει στο αυτί της αγαπημένης του, «αγάπη μου, έκλεισα τις τράπεζες», δεν σταματά να αγαπάει τον ήχο της. Σαν να σου λέει: «Υπέροχο το Château Lafite σας, quel bouquet». Και μην πάρετε στραβά την αυταρέσκεια. Δεν το λέω για κακό. Αν δεν αγαπήσεις εσύ τον εαυτό σου τότε πώς θα κάνεις τους άλλους να τον αγαπήσουν. Τι θα ήταν ο Χορν εάν δεν είχε αγαπήσει τη φωνή του; Την αγαπούσε τόσο πολύ που ο ίδιος αφηγείτο ότι ζητώντας «ένα οινόπνευμα και λίγο μπαμπάκι» σε ένα φαρμακείο, η φαρμακοποιός εκστασιάστηκε και του είπε: «Αχ, αυτή η φωνή! Πέστε μου κάτι ακόμη για να την ξανακούσω». «Ενα οινόπνευμα και λίγο μπαμπάκι», επανέλαβε εκείνος. Κι εκείνη φώναξε στον άνδρα της: «Κώστα, έλα είναι ο κύριος Μυράτ». Ο Χορν ενθουσιαζόταν με την γκάφα της. Πώς είναι δυνατόν να μπερδεύει τη φωνή του με τον άλλον;

Είχα καιρό να δω αυτό το κεφάλι. Αυτό το υπέροχο γουλί, ατίθασο όσο χίλιες χαίτες, με τα χαρακτηριστικά Ρωμαίου της δημοκρατίας πριν από την παρακμή της και τη σιγουριά των άψογων κοιλιακών που το στηρίζουν. Και είναι η αλήθεια πως είχα καταφέρει να απωθήσω στα άδυτα του ασυνειδήτου μου φωνή και κεφαλή, όπως θέλεις να ξεχάσεις τις μέρες που αρρώστησες απ’ το πολύ ποτό. Είχα σχεδόν ξεχάσει πως πριν από ενάμιση χρόνο μάς ήταν απαραίτητη. Αν ξυπνούσαμε το πρωί και δεν ακούγαμε τι είπε ο Βαρουφάκης και τι έκανε ο Βαρουφάκης, κι αν δεν βλέπαμε την κεφαλή να μπαίνει και να βγαίνει στο καθιστικό με τις ειδήσεις, νιώθαμε την ανασφάλεια των ορφανών. Ωσπου χθες τον άκουσα και πάλι, καλύτερα ακόμη, τον είδα και πάλι και τότε κατάλαβα πόσο μου είχε λείψει.

Εβγαλε καινούργιο βιβλίο. Δεν ξέρω τι λέει. Υποθέτω ότι θα λέει σπουδαίες αλήθειες για την παγκόσμια οικονομία. Δεν ξέρω αν προφητεύει τη διάλυση του ευρώ. Πού θα πάει, κάποια στιγμή θα το πετύχει. Είναι σαν κι αυτούς που ποντάρουν πάντα στον ίδιο αριθμό στη ρουλέτα. Σημασία έχει ότι ο κλόουν, για να είναι πειστικός, και να βγάλει γέλιο, πρέπει να έχει κι εκείνο το δάκρυ στο μακιγιάζ. Και ο Βαρουφάκης το έχυσε το δάκρυ του. Ρώτησε, λέει τον Σόιμπλε, πότε αποφάσισε να ρίξει την κυβέρνηση Σαμαρά κι εκείνος του απάντησε: Ιούνιο του 2014. Υποθέτω ότι ο Σόιμπλε μόλις το αποφάσισε τηλεφώνησε στον Κουβέλη για να του ζητήσει να μην ψηφίσει τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας. Διότι αν είχε ψηφίσει ο Κουβέλης, εκλογές δεν θα είχαν γίνει.

Ο Βαρουφάκης θέλει να πουλήσει τον Τσίπρα αποκαλύπτοντας πως βγήκε ελέω Σόιμπλε. Μικρό το κακό. Αποκαλύπτει κάτι που δεν μπορεί να ελεγχθεί, επειδή ξέρει ότι κανείς δεν μπορεί να τον διαψεύσει. Αν ο Σόιμπλε βγει να τον διαψεύσει, θα πουν «τι περίμενες να κάνει δηλαδή;». Η αλήθεια όμως, για να είναι αλήθεια, πρέπει να μπορεί να περνάει με επιτυχία τη δοκιμασία της διάψευσής της. Αν μεταφράσετε αυτήν τη στάση στους όρους της «διαπραγμάτευσης» –περυσινής και φετινής– αντιλαμβάνεσθε γιατί το μείζον πρόβλημα της Ελλάδας είναι η καταρράκωση της αξιοπιστίας της.

Με τέτοια προσόντα, βέβαια, μπορεί μια μέρα να γίνει και πρωθυπουργός.