ΑΠΟΨΕΙΣ

Τη Δευτέρα οι ΗΠΑ εκλέγουν πρόεδρο

Οι εκλογές στις ΗΠΑ διεξήχθησαν στις 8 Νοεμβρίου, αλλά ο πρόεδρος θα εκλεγεί σε τέσσερις ημέρες. Την ερχόμενη Δευτέρα, οι 538 εκλέκτορες θα ψηφίσουν και ο Ντόναλντ Τραμπ θα είναι ο νικητής. Οσοι δεν αντέχουν στην ιδέα ότι ο Τραμπ θα είναι πρόεδρος της Αμερικής, της ισχυρότερης χώρας του κόσμου, και νιώθουν ακόμη πιο άσχημα στο άκουσμα των επιλογών του για τα κορυφαία υπουργεία, εναποθέτουν τις ελπίδες τους στη διαδικασία των εκλεκτόρων, που για πολλούς είναι περίεργη και για άλλους άδικη. Ωστόσο, «θαύμα» δεν θα υπάρξει.

Το κατά πόσον το σύστημα των εκλεκτόρων είναι σωστό και αντιπροσωπευτικό είναι μια μεγάλη συζήτηση. Απασχολεί εδώ και δεκαετίες ειδικούς και απλούς πολίτες στην Αμερική. Για τον Ελληνα που δυσπιστεί –ενδεχομένως ορθά– μια απλή σύγκριση μπορεί να βοηθήσει στην καλύτερη κατανόηση των λόγων ύπαρξής του. Οι ΗΠΑ δεν είναι μια ενιαία χώρα. Είναι μια ομοσπονδία, όπως ευελπιστεί να μετεξελιχθεί κάποτε η Ευρωπαϊκή Ενωση. Σκεφτείτε να γίνονταν πανευρωπαϊκές εκλογές για την εκλογή προέδρου της Ε.Ε., ο οποίος να είχε ουσιαστικές εξουσίες ανάλογες με αυτές του Αμερικανού προέδρου. Θα ήταν πιο δίκαιο να προκύψει ο νικητής με απλή πλειοψηφία στο σύνολο των Ευρωπαίων ψηφοφόρων ή μήπως θα ήταν ορθότερο να προέκυπτε από εκλέκτορες που θα αναδεικνύονταν σε κάθε χώρα, με πλειοψηφικό σύστημα; Η πρώτη διαδικασία έχει μια χροιά μεγαλύτερης δημοκρατικότητας, αλλά ο νικητής θα μπορούσε να προκύψει εξασφαλίζοντας μια σαφή πλειοψηφία π.χ. στη Γερμανία, τη Γαλλία και την Ιταλία. Η δεύτερη σηματοδοτεί μεγαλύτερη αντιπροσωπευτικότητα σε επίπεδο χωρών. Θα έδινε μεγαλύτερο βάρος σε μικρές χώρες όπως η Ελλάδα, η Πορτογαλία, το Βέλγιο κ.ά. Η συζήτηση είναι μεγάλη, απλώς για να γίνει σε σωστή βάση, χρειάζεται καλύτερη κατανόηση των δεδομένων.

Επανερχόμενος στην Αμερική, οι «ελπίδες» ανατροπής του αποτελέσματος στους εκλέκτορες δεν έχουν βάση. Πρώτον, η διαφορά είναι μεγάλη. Ο Τραμπ έχει 306, έναντι 232 της Κλίντον. Για να κερδίσει κάποιος την προεδρία πρέπει να εξασφαλίσει τουλάχιστον 270 εκλέκτορες (την πλειονότητα των συνολικά 538). Αυτό σημαίνει ότι 38 εκλέκτορες πρέπει να αλλάξουν γνώμη, κάτι που αποκλείεται να συμβεί.

Οσο για το επιχείρημα της λαϊκής ψήφου, προκύπτει ένα θέμα αντιπροσωπευτικότητας, ενδεχομένως και ηθικής, αλλά με βάση το αμερικανικό σύνταγμα, η όποια αμφισβήτηση είναι –προς το παρόν τουλάχιστον– έωλη. Αλλωστε, έχουν υπάρξει αρκετές περιπτώσεις όπου ο υποψήφιος που έλαβε την πλειοψηφία της λαϊκής ψήφου, έχασε στους εκλέκτορες. Η πιο πρόσφατη ήταν φυσικά αυτή του Αλ Γκορ, το 2000. Εδώ, βέβαια, τα πράγματα έλαβαν δραματική τροπή καθώς το αποτέλεσμα κρίθηκε από την αμφιλεγόμενη καταμέτρηση στη Φλόριντα (με διαφορά 537 ψήφων σε σύνολο 6 εκατομμυρίων), ενώ παρά την εξασφάλιση του συνόλου των 26 εκλεκτόρων της συγκεκριμένης πολιτείας, ο Τζορτζ Μπους επικράτησε οριακά στους εκλέκτορες με 271 έναντι 266.

Μία ακόμη «ελπίδα» για μη εκλογή του Τραμπ γέννησε η επανακαταμέτρηση που ζήτησε η υποψήφια των Πρασίνων σε τρεις κρίσιμες πολιτείες. Εάν τα οριακά αποτελέσματα στην Πενσιλβάνια (20 εκλέκτορες), στο Μίσιγκαν (16) και στο Ουισκόνσιν (10) ανατρέπονταν, η Κλίντον θα εξασφάλιζε επιπλέον 46 εκλέκτορες και θα κέρδιζε την προεδρία. Ομως, στις μεν δύο πρώτες πολιτείες το σχετικό αίτημα κατέπεσε στα δικαστήρια, που αποφάνθηκαν ότι δεν συνέτρεχαν λόγοι επανακαταμέτρησης, ενώ στην τρίτη έγινε επανακαταμέτρηση και ο Τραμπ ανακηρύχθηκε και πάλι νικητής.

Παρά τις ελπίδες κάποιων, και την οργή άλλων για το γεγονός ότι η Χίλαρι Κλίντον έλαβε 2,7 εκατομμύρια ψήφους περισσότερες από τον αντίπαλό της (κέρδισε 48,2% – 46,2%), ο Ντόναλντ Τραμπ θα ανακηρυχθεί την ερχόμενη Δευτέρα και επισήμως νικητής των εκλογών και επόμενος πρόεδρος της Αμερικής.