ΑΠΟΨΕΙΣ

ΗΠΑ: Σύγκρουση με ρωσικές διαστάσεις

Μια περίεργη, προφανώς πρωτόγνωρη, κατάσταση διαμορφώνεται στις ΗΠΑ μετά την εκλογή του Ντόναλντ Τραμπ και ενόψει της ανάληψης των καθηκόντων του σε πέντε περίπου εβδομάδες. Πρώτη ίσως φορά, μετά τον εμφύλιο πόλεμο, η αμερικανική κοινωνία δεν στοιχίζεται πίσω από τον εκλεγμένο «αρχηγό», δηλαδή τον νέο πρόεδρο και, αντίθετα, τον υποδέχεται διχασμένη. Ακόμη περισσότερο, πρώτη φορά κρατικές υπηρεσίες θέτουν θέμα ότι η νίκη του ίσως οφείλεται σε παρέμβαση ξένης δύναμης στην εκλογική διαδικασία. Ο ίδιος βέβαια το απορρίπτει μετά βδελυγμίας, αλλά δεν αποκλείεται οι εξελίξεις στο άμεσο μέλλον να αποδειχθούν κοσμοϊστορικές.

Είναι γνωστό ότι οι σχέσεις ΗΠΑ – Ρωσίας βρέθηκαν στο επίκεντρο της έντονης προεκλογικής αντιπαράθεσης μεταξύ Κλίντον και Τραμπ. Ο Τραμπ δεν είχε κρύψει ότι θα επεδίωκε τη βελτίωση των σχέσεων με τη Ρωσία, αφήνοντας ταυτόχρονα να διαφανεί ότι παράλληλα θα έθετε σε διαφορετική βάση τις αντίστοιχες σχέσεις με τους συμμάχους του ΝΑΤΟ στην Ευρώπη. Η Κλίντον, από την πλευρά της, εξέφραζε τη γραμμή της σκληρής στάσης απέναντι στη Ρωσία και τον Πούτιν και ο τελευταίος έκανε σαφές με ποικίλους τρόπους ότι επιθυμούσε διακαώς τη νίκη του Τραμπ. Ολο αυτό πήρε συγκρουσιακές διαστάσεις με τη διαρροή των emails της Κλίντον και του Δημοκρατικού Κόμματος, που αποδόθηκε σε Ρώσους hackers. Στις κατηγορίες του Τραμπ, ότι η Κλίντον εκπροσωπούσε το κατεστημένο και την Wall Street, εκείνη απάντησε χαρακτηρίζοντάς τον «άνθρωπο του Πούτιν».

Η σύγκρουση δεν έκλεισε με τις εκλογές. Τώρα έχουμε τον αρχηγό της CIA να δηλώνει πως υπάρχουν «αποχρώσες ενδείξεις» ότι η παρέμβαση Ρώσων hackers ευνόησε και έδωσε τη νίκη στον Τραμπ, τον ισχυρό Ρεπουμπλικανό γερουσιαστή –και πρώην υποψήφιο για το προεδρικό αξίωμα– της Αριζόνα, Μακέιν, να ενώνεται με Δημοκρατικούς συναδέλφους του και να ζητούν να γίνει έρευνα από το Κογκρέσο, το ίδιο να ζητούν περίπου δέκα εκλέκτορες, ανάμεσά τους και ένας Ρεπουμπλικανός. Να σημειωθεί ότι η επίσημη τοποθέτηση των εκλεκτόρων που προέκυψαν από τις εκλογές, οι οποίοι θα «βγάλουν» πρόεδρο τον Τραμπ, ακόμη εκκρεμεί. Οσο για τον Τραμπ, εκείνος προχωρεί απτόητος. Διακωμώδησε την αναφορά του αρχηγού της CIA, θυμίζοντας πόσο έξω έπεσαν οι υπηρεσίες ασφαλείας, όταν έδιναν λανθασμένα στοιχεία για το οπλοστάσιο του Σαντάμ Χουσεΐν και επέλεξε ως υπουργό Εξωτερικών τον Τίλερσον της ExxonMobil, που λέγεται ότι έχει φιλικές σχέσεις με τον Πούτιν.

Αγνωστο πού θα καταλήξει η συγκεκριμένη ιστορία, αλλά το πιθανότερο είναι ότι θα έχει συνέχεια στο εσωτερικό των ΗΠΑ, αλλά και στη διεθνή σκηνή. Υποτίθεται ότι το σκεπτικό του Τραμπ είναι να συνεργαστούν στενά ΗΠΑ και Ρωσία στη δυναμική αντιμετώπιση του ακραίου ισλαμισμού, αλλά και να αποσπάσει τη Μόσχα από τη συμπόρευση με την Κίνα. Αν μάλιστα όντως συμβουλεύεται τον Κίσινγκερ σε θέματα εξωτερικής πολιτικής, είναι γνωστό ότι ο «γκουρού» ήταν αντίθετος στην πολιτική απομόνωσης της Ρωσίας. Ωστόσο, δεν πρέπει να λησμονείται ότι ο Κίσινγκερ είναι ο αρχιτέκτονας –μαζί με τον Νίξον– της προσέγγισης Ουάσιγκτον – Πεκίνου, πολιτική που ο Τραμπ εμφανίζεται αποφασισμένος να αναθεωρήσει. Χωρίς όμως να βρίσκει συμμάχους, προς το παρόν. Η Γερμανία ανακοίνωσε ότι συνεχίζει την πολιτική της «μίας Κίνας», ενώ μαζί με τη Γαλλία τάσσεται υπέρ της συνέχισης των κυρώσεων εις βάρος της Ρωσίας. Διαφορετική είναι και η στάση τους απέναντι στο Ιράν.

Με λίγα λόγια, το «ρωσικό», δηλαδή οι σχέσεις ΗΠΑ – Ρωσίας, παραμένει στην καρδιά της αμφισβήτησης του Τραμπ τόσο στο εσωτερικό των Ηνωμένων Πολιτειών, όσο και διεθνώς. Η σημασία του ίσως αποδειχθεί καταλυτική για την προεδρία Τραμπ και μάλιστα σύντομα…