ΑΠΟΨΕΙΣ

Υβριστές vs υβριστών (θεσμικώς)

Η αφορμή για τη συζήτηση που εξελίχθηκε σε εκατέρωθεν ελεεινολογία ήταν σοβαρή: η κατάσταση στον τομέα της υγείας και το «χτίσιμο» της εισόδου του υπουργείου από συνδικαλιστές. Από εκεί και πέρα χάθηκαν όλα: ο ένας παραστάθηκε ως «κότα λειράτη, τέτοια» (η φράση συνοδεύτηκε από χειρονομία που υποδήλωνε το μέγεθος της κότας). Ο άλλος χαρακτηρίστηκε «πιστό σκυλί του Σόιμπλε». Η ανταλλαγή πυρών περιλάμβανε και κοινής χρήσεως πυρομαχικά όπως «θρασύδειλε, απατεώνα, γαϊδούρι». Ενώ δεν έλειψαν και συνήθεις περιγραφές, από το κοινής –και πάλι– χρήσεως αρχείο: «Εμείς δεν γλείψαμε εκεί που φτύναμε όπως το ’κανες εσύ για να γίνεις υπουργός μιας κυβέρνησης που έβριζες».

Η… αντιπαράθεση έλαβε χώρα στο Κοινοβούλιο, πρωταγωνιστές ήταν οι κ. Αδωνις Γεωργιάδης και Παύλος Πολάκης. Δεν είναι η πρώτη φορά που συμβαίνουν παρόμοια περιστατικά και πιθανότατα δεν θα είναι η τελευταία. Οπότε, ποιος ο λόγος να ασχοληθεί κανείς και τι να σχολιάσει; Κοινότοπα όλα και επαναλαμβανόμενα.

Αλλη μια έκρηξη, η οποία προφανώς και δεν οφείλεται στους λόγους που εκτίθενται, αλλά σε συσσωρευμένες «εκκρεμότητες» ανάμεσα στους αντιμαχομένους, γι’ αυτό και η σχετική λεξιπενία. Κρητίκαροι, λεβέντηδες, κότες λειράτες, σκυλιά ξένων συμφερόντων κ.ο.κ. δεν δηλώνουν δα και μεγάλη φαντασία τη στιγμή κατά την οποία εκδηλώνεται η απώλεια ελέγχου και γίνεται πασίδηλη.

Αν έχει σημασία, ακόμη, ο σχολιασμός, είναι για το θέαμα που προσφέρει –όχι σπάνιο– το ελληνικό Κοινοβούλιο, για τα στρατόπεδα που συντάσσονται πίσω από κάθε μαινόμενο και την αντίληψη που συντηρούν και ανατροφοδοτούν.

Επιστρέφει δριμύτερος κάθε τόσο ο τσαμπουκάς, το δημόσιο μπούλινγκ, η αποθέωση των «μάτσο» χαρακτηρισμών στους οποίους οικοδομείται ο αγοραίος λαϊκισμός. Το ύφος αυτό, που ενσαρκώνεται από προβεβλημένους πολιτικούς, οι οποίοι εκπροσωπούν τον λαό και ο δημόσιος λόγος τους επηρεάζει, απενοχοποιεί και όσους θα δίσταζαν να το χρησιμοποιήσουν. Το προπετές αυτό ύφος, στο οποίο συγκλίνουν Δεξιά και Αριστερά, περιγράφεται συχνά ως «απώλεια ψυχραιμίας». Κανείς δεν αμφιβάλλει ότι, κάτω από τα έδρανα, κάποιοι συνάδελφοι των βουλευτών που εκτρέπονται τους σφίγγουν τα χέρια και τους επικροτούν: «Πολύ καλά τα είπες», «Εσκισες». Προφανώς έπαινοι θα καταφθάνουν και στα κινητά τους με sms.

Ο εκάστοτε επιτιθέμενος, με παρόμοια πολεμοφόδια, θεωρείται ρωμαλέος, «και μπράβο του που δεν “μασάει”», «επιτέλους κάποιος πρέπει να μιλήσει έξω από τα δόντια, χωρίς περιστροφές». Οπου «περιστροφή» καταλήγει, σιγά σιγά, να θεωρείται η ύβρις. Η ατομική αντιπαράθεση, από τα έδρανα της Βουλής, γίνεται συλλογική. Ενοποιείται αξιακά, υποκαθιστά την πολιτική με την ηθική, καταστρέφει και τα τελευταία υπολείμματα εμπιστοσύνης, ενισχύει την πολεμική με επιχειρήματα που κλείνουν το μάτι στα χειρότερα ένστικτα. Αν θεωρούμε ότι ο λόγος αυτός δεν είναι ιδεολογικός, τότε έχουμε πέσει διπλά στην παγίδα. Είναι εξόχως ιδεολογικός και αποφασιστικά εθνολαϊκιστικός.

Δεν αιχμαλωτίζεται κανείς τόσο εύκολα στην ατζέντα του αντιπάλου του αν δεν υπάρχει «ενδοσυνεννόηση». Θα πείτε «άνθρωποι είναι» κι αυτοί, έχουν και αδύναμες στιγμές. Μα, δεν πρόκειται για αδυναμία, αλλά για το ακριβώς αντίθετο: για επίδειξη δύναμης, για κατάργηση κάθε αναχώματος που μπορεί να ανακόψει την ορμή των χαρακτηρισμών οι οποίοι αναβλύζουν πηγαία, χωρίς προσπάθεια. Ο ναρκισσισμός καλπάζει ασυγκράτητος· μόνος στόχος, ο αντίπαλος. Και, βέβαια, πάνω απ’ όλα οι ψηφοφόροι· ο «άγριος καβγάς» δεν είναι απλώς η «αντιπροσώπευση του λαού» αλλά η ταύτιση μαζί του, με τα χειρότερα ένστικτά του.