ΑΠΟΨΕΙΣ

Ιδού οι Βρυξέλλες, ιδού και το δίκιο μας

Είναι  Φεβρουάριος του 2011, μόλις έχει ολοκληρωθεί μία από τις πρώτες αξιολογήσεις για το πρώτο μνημόνιο, και σε μια κατάμεστη αίθουσα στο Ζάππειο οι δημοσιογράφοι περιμένουν τους εκπροσώπους της τρόικας. Η συνέντευξη Τύπου αρχίζει, όλα τα κανάλια τη μεταδίδουν ζωντανά κι ενώ όλα πάνε κατ’ ευχήν, γίνεται μία ερώτηση για τη βιωσιμότητα του χρέους. Και εκεί σκάει είδηση-βόμβα. Ο εκπρόσωπος της Κομισιόν αποκαλύπτει ότι η τρόικα έχει ήδη κάνει συζητήσεις με την κυβέρνηση Παπανδρέου ότι το ελληνικό Δημόσιο μπορεί να εξασφαλίσει 50 δισ. ευρώ από ιδιωτικοποιήσεις οι οποίες θα βοηθήσουν, όπως είπε, να μειωθεί το χρέος. Τι επακολούθησε θα το θυμάστε. Ο Γ. Παπανδρέου έκανε έκτακτο διάγγελμα τα μεσάνυχτα όχι μόνον καταγγέλλοντας την τρόικα ότι ψεύδεται, αλλά και δεσμευόμενος να φέρει νόμο για να ματαιώσει τα απεχθή σχέδια των δανειστών (ασχέτως βέβαια εάν δεν τα είχαν βγάλει από το μυαλό τους)…

Θα αναρωτιέστε πώς και θυμήθηκα την παλιά αυτή ιστορία. Ο λόγος είναι απλός. Από εκείνο τον Φεβρουάριο του 2011 μέχρι σήμερα, δηλαδή εδώ και έξι χρόνια, η Ελλάδα απαγόρευσε στους τροικανούς να δίνουν συνεντεύξεις. Με συνέπεια οι δημοσιογράφοι –και επομένως οι πολίτες– να πληροφορούνται τι συμβαίνει στις διαπραγματεύσεις κυρίως από τις ελληνικές κυβερνήσεις οι οποίες, βέβαια, έχουν κάθε λόγο να παρουσιάζουν τα πράγματα κατά το δοκούν.

Δεν θα ανεδείκνυα τη συγκεκριμένη παράμετρο εάν δεν τη θεωρούσα κομβικής σημασίας και για το νέο αδιέξοδο της χώρας. Δείτε τι έγινε αυτήν την εβδομάδα. Η κυβέρνηση μέσω διαρροών κατήγγειλε το ΔΝΤ ότι ζητάει αναιτίως νέα επώδυνα μέτρα. Το ΔΝΤ έβαλε δύο στελέχη του να απαντήσουν (με άρθρο τους) υποστηρίζοντας ότι φταίει η κυβέρνηση που συμφώνησε με την Κομισιόν να έχει πλεονάσματα 3,5%. Με νέο non paper η Αθήνα προκάλεσε το ΔΝΤ να πιέσει την Κομισιόν και όχι την Ελλάδα για να περιοριστούν τα πλεονάσματα. Η Κομισιόν και ο κ. Σόιμπλε μέσω κύκλων σχολίασαν ότι τα πλεονάσματα είναι επιτεύξιμα. Και η κυβέρνηση ξαναπάντησε ότι, εν τοιαύτη περιπτώσει, ας συμφωνήσουν όλοι από τώρα τη μείωση του χρέους.

Συγγνώμη, αλλά τι καταλαβαίνει από όλα αυτά ο μέσος πολίτης πέραν του να του προκαλείται πλήρης σύγχυση; Μπορεί κάποιος να αντιληφθεί ποιος πραγματικά ευθύνεται για το αδιέξοδο;

Και κάπου εδώ προκύπτει η ευθύνη ημών των δημοσιογράφων. Είναι πραγματικά απίστευτο (αλλά και μία ακόμη απόδειξη της κατάντιας του κλάδου μας) ότι ανεχόμαστε εδώ και έξι χρόνια να «ενημερωνόμαστε» και να «ενημερώνουμε» μέσω διαρροών και non papers, αντί να αξιώσουμε επιτέλους το αυτονόητο. Να γνωρίζουμε ανά πάσα στιγμή τις επίσημες θέσεις κάθε πλευράς, όπως έγινε σε όλες τις χώρες που πέρασαν μνημόνια.

Σκεφτείτε, πόσο διαφορετικά θα ήταν τα πράγματα εάν οι εκπρόσωποι των θεσμών όχι μόνον μπορούσαν, αλλά υποχρεώνονταν να παραχωρούν τακτικές συνεντεύξεις Τύπου μαζί με τους Ελληνες υπουργούς και να δέχονται ερωτήσεις. Οχι μόνο θα μαθαίναμε από πρώτο χέρι τι είναι –τέλος πάντων– αυτό που κάθε φορά απαιτούν και δεν δέχεται η Αθήνα, αλλά θα αποκαλύπτονταν και οι θρυλούμενες διαφορές που έχουν μεταξύ τους. Με συνέπεια και εκείνοι να καλούνται να εξηγήσουν –αν μπορούν– με πειστικά επιχειρήματα τις αξιώσεις τους, αλλά και να ξέρουμε όλοι αν η κυβέρνηση δίνει τις ορθές μάχες ή σκιαμαχεί χάριν εντυπώσεων.

Τόνισα προηγουμένως ότι θεωρώ μείζονος σημασίας αυτήν την παράμετρο, γιατί ειλικρινά πιστεύω ότι ο σημαντικότερος λόγος που η Ελλάδα παραμένει η μόνη χώρα που δεν έχει ξεκολλήσει από τα μνημόνια είναι γιατί όλες ανεξαιρέτως οι κυβερνήσεις προτίμησαν να τα εμφανίσουν ως έξωθεν επιβεβλημένα, αντί να παραδεχθούν –και κυρίως να πείσουν τους πολίτες– ότι είναι αναγκαία για τη σωτηρία της. Με αποτέλεσμα να τείνει πλέον να παγιωθεί η πεποίθηση ότι όσο κι αν η Ελλάδα προσπαθεί, οι κακοί ξένοι –και κυρίως ο Σόιμπλε– έχουν βαλθεί να την εξολοθρεύσουν.

Θα το θέσω και διαφορετικά εν είδει πρότασης στον κ. Τσίπρα. Αν όντως πιστεύει ότι το ΔΝΤ και ο Σόιμπλε επιζητούν την καταστροφή μας και ότι η Κομισιόν νίπτει τα χείρας της, γιατί δεν ξαναρχίζει τις ενημερώσεις που καταργήθηκαν το 2011; Και γιατί –ακόμη καλύτερα γι’ αρχή– δεν διοργανώνει μια μεγάλη διεθνή συνέντευξη Τύπου στις Βρυξέλλες, εκθέτοντας (ενώπιον 1.000 ξένων ανταποκριτών) ως αναξιόπιστους όλους τους θεσμούς και πείθοντας, αν μπορεί, τη διεθνή κοινή γνώμη με επιχειρήματα, ότι εκείνος –όπως διατείνεται– έχει τηρήσει μέχρι κεραίας τις δεσμεύσεις που ανέλαβε;