ΑΠΟΨΕΙΣ

Δεν είναι φτώχεια, είναι φτήνια

«Φτωχαίνουν νομίζω τα πράγματα. Δεν λέω φτηναίνουν, φτωχαίνουν», είχε πει ο Μάριο Βίτι σε συνέντευξή του στην «Κ» (4/2/2013). Ο 90χρονος Ιταλός νεοελληνιστής, ο οποίος έχει αφήσει το αποτύπωμά του στην ελληνική αλλά και στην ευρωπαϊκή γραμματολογία του 20ού αιώνα, τιμήθηκε χθες σε μεγάλη εκδήλωση στο Μουσείο Μπενάκη. Παρά το πλούσιο βιογραφικό του, τη συγγραφική του δραστηριότητα (η ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας και οι μελέτες του για τη Γενιά του ’30 παραμένουν σημείο αναφοράς), την καθημερινή συναναστροφή του με τους κορυφαίους της μεταπολεμικής γενιάς, έχει παιγνιώδη και απομυθοποιητική σχέση με τη μεγάλη ακαδημαϊκή πορεία του.

Ο Μάριο Βίτι είναι, εν προκειμένω, η αφορμή για να επιστρέψουμε στην αρχική διαπίστωση, η οποία έχει αναιρεθεί από την ελληνική πραγματικότητα: ναι μεν φτωχαίνουμε αλλά, κυρίως, φτηναίνουμε.

Η γενιά στην οποία ανήκει ο Μάριο Βίτι –αν τη διευρύνουμε περιλαμβάνει παππούδες, γονείς και άλλους «κανονικούς» συνταξιούχους, που δεν είναι κάτω των 65 δηλαδή…– έζησε περιόδους μεγάλης φτώχειας αλλά όχι φτήνιας. Οι επιλογές της ζωής τους αποστρέφονταν το φανταχτερό και υπερβολικό.

Και… ύστερα ήρθε ο «πλούτος» και μερικές δεκαετίες αργότερα η «φτώχεια». Οι λέξεις σε εισαγωγικά, γιατί τίποτε από τα δύο δεν ήταν και δεν είναι πραγματικό. Ο «πλούτος» εάν είχε υπάρξει θα συνοδευόταν από παραγωγή (όχι μόνο «αναλώσιμες» αυξήσεις μισθών και συντάξεων) και επένδυση στην εκπαίδευση όλων των βαθμίδων· η «φτώχεια» εάν θέριζε θα ήταν διαφορετική η εικόνα της καθημερινότητας.

Ομως η φτήνια είναι παρούσα και εγκατεστημένη, ορατή τόσο στον πολιτικό όσο και στον πολιτισμικό βίο της χώρας. Η «φτωχοποίηση», αδιαμφισβήτητη κι αυτή, με αδιάψευστους μάρτυρες την ανεργία, την υποαπασχόληση, τη διάλυση των μισθών, την –υποτυπωδώς– αμειβόμενη εργασία, θα ήταν πιο υποφερτή αν δεν ήταν διάχυτη η αίσθηση της παρακμής. Η αποξήρανση του δημόσιου λόγου, η υποβάθμιση της παιδείας και του πολιτισμού δεν είναι συνέπειες της κρίσης, οξύνθηκαν με την κρίση και με την απροθυμία των κυβερνήσεων να επενδύσουν στο μακροπρόθεσμο και πολιτικά μη, άμεσα τουλάχιστον, εξαργυρώσιμο.

Και συνεχίζουμε, αμετανόητοι. Κάνοντας τη φτήνια ιδεολογία και τρόπο ζωής.