ΑΠΟΨΕΙΣ

Το μέγα τίμημα της αναξιοπιστίας

Α​​ς παρακάμψουμε τον (ας μου επιτραπεί η έκφραση) σκυλοκαβγά, που ξέσπασε γύρω από το θέμα των χριστουγεννιάτικων παροχών, που εξήγγειλε ο κ. Τσίπρας. Και ας προσπαθήσουμε να προσεγγίσουμε την αλήθεια και την ουσία. Δεν υπάρχει αμφιβολία πως η μεγαλύτερη ζημιά για τη χώρα, που προκάλεσε η διετής διακυβέρνηση των ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, είναι η κορύφωση της δυσπιστίας των εταίρων, ως προς την ειλικρίνεια, τη σταθερότητα και και τη συνέπεια των ελληνικών κινήσεων στη συνεχιζόμενη διαπραγμάτευση. (Παλινωδίες, αθετήσεις συμφωνηθέντων, απόπειρες εκβιασμού, μέσω πολιτικών αιφνιδιασμών, κ.λπ.) Ολα αυτά είχαν βαρύτατο τίμημα. Οι απαιτήσεις των εταίρων, στη διαπραγμάτευση, διογκώθηκαν και έγιναν πιο επιτακτικές. Μάλλον δεν πρόκειται για τιμωρία, αλλά για προσπάθεια να διασφαλιστεί η εφαρμογή των συμφωνηθέντων, ύστερα από τα πολιτικά πέναλτι της ελληνικής κυβέρνησης. Ταυτόχρονα και με ευθύνη των κυβερνώντων, οξύνθηκε επικίνδυνα η πολιτική αντιπαράθεση στο εσωτερικό, σε μια περίοδο, που η χώρα χρειαζόταν σταθερότητα και την ευρύτερη –το δυνατόν– συναίνεση. Διότι, τι άλλο θα μπορούσε να συμβεί, αφού η κυβέρνηση έπαιξε και εξακολουθεί να παίζει το χαρτί των πρόωρων εκλογών τη στιγμή που και η αντιπολίτευση τη σιγοντάρει; Ελάτε στη θέση των εταίρων, που καλούνται να διαπραγματευθούν σοβαρά και να καταλήξουν σε μια συμφωνία, με τέτοιους «αντίδικους».

«Είστε με την ελληνική κυβέρνηση ή με τον Σόιμπλε;», ρώτησε την αξιωματική αντιπολίτευση, στη Βουλή, ο κ. Πολάκης, με αφορμή την ψήφιση των χριστουγεννιάτικων παροχών. Αυτό είναι το «εθνικό δίλημμα», που θέτει η κυβέρνηση, όπως σωστά το… εκλαΐκευσε ο αναπληρωτής υπουργός Υγείας. Κατά πάγια ψευδαίσθηση, η σημερινή κυβέρνηση πιστεύει πως μπορεί να λέει και να πράττει στο εσωτερικό ό,τι θέλει, χωρίς να το μαθαίνουν οι εταίροι μας, οι οποίοι είναι υποχρεωμένοι να πείθονται στα όσα ακούν από τους Συριζανέλ στις Βρυξέλλες ή στις κλειστές διαπραγματεύσεις του Χίλτον. Συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο. Εχοντας καεί από αυτή τη διγλωσσία οι πιστωτές, φυσικό είναι να δίνουν περισσότερη σημασία σ’ αυτά που συμβαίνουν στο εσωτερικό, προσπαθώντας να βγάλουν ασφαλέστερα συμπεράσματα, για το «πού το πάει» η κυβέρνηση. Αυτό σημαίνει ότι είμαστε κάτω από το μικροσκόπιο μιας συνεχούς και έκδηλης δυσπιστίας. Υπό τις συνθήκες αυτές, ο κ. Τσίπρας προχώρησε στην ψευτοπαλικαριά να εξαγγείλει τις «παροχές», χωρίς να ενημερώσει κανέναν, στο εσωτερικό και στο εξωτερικό. Επικαλέσθηκε, μάλιστα, το «δικαίωμά»του να διανέμει τα «πλεονάσματα», όταν και όπου θέλει. Το ερώτημα, που ο ίδιος ο πρωθυπουργός προκάλεσε στο εσωτερικό και κυρίως στο εξωτερικό, είναι: Με ποία λογική μια υπερχρεωμένη χώρα, που έχει εκχωρήσει τον εθνικό της πλούτο για τα επόμενα 100 χρόνια και η οποία εξαρτάται απόλυτα από την συνδρομή των εταίρων της, επικαλείται ανύπαρκτα ψήγματα εθνικής ανεξαρτησίας; Σε τι άλλο μπορεί να αποσκοπεί η κυβέρνηση, παρά στο να παραπλανήσει τους «ιθαγενείς», που παραμένουν αφελείς και να «ταπεινώσει» τους ξένους, με τους οποίους διαπραγματεύεται; (Εμφανέστατα, ανισομερώς και ανισότιμα, αφού εμείς είμαστε οι «χρήζοντες βοηθείας».) Τι μπορούν να αντιτάξουν οι κ. Τσίπρας και Καμμένος στην λογική αυτή; Ακούω τον κ. Πολάκη να μου κραυγάζει οργισμένα: «Βρε πουλημένε δημοσιογράφε, είσαι με την ελληνική κυβέρνηση ή με τον Σόιμπλε;». «Με τον Σόιμπλε, κύριε υπουργέ. Γιατί, δυστυχώς, εσείς είσθε αυτό που αποκαλείτε ελληνική κυβέρνηση»…