ΑΠΟΨΕΙΣ

Εκλογολαγνεία και παραλογισμός

Δ​​εν έχει τέλος το παιχνίδι με τις εκλογές. Λίγους μήνες αφού εκλεγεί μια κυβέρνηση αρχίζουν οι φήμες και διαρροές ότι ο πρωθυπουργός σκέφτεται να ζητήσει την ανανέωση της λαϊκής εντολής. Η σημερινή κυβέρνηση επανεξελέγη μόλις τον Σεπτέμβριο του 2015, οκτώ μήνες μετά την πρώτη της εκλογή, και ήδη φαίνεται να σκέφτεται επιστροφή στις κάλπες κατά τους επόμενους μήνες. Ο Αλέξης Τσίπρας υπογραμμίζει ότι οι εκλογές θα διεξαχθούν το 2019, στο τέλος της τετράχρονης θητείας που ορίζει το Σύνταγμα, αλλά ουδείς τον πιστεύει. Ο κ. Τσίπρας έχει δείξει επανειλημμένως ότι το κύριο πολιτικό του ταλέντο είναι ο τακτικισμός –εκλογές, δημοψήφισμα, ονομαστικές ψηφοφορίες στη Βουλή, υποσχέσεις και παροχές κ.ά.– και όχι ο σχεδιασμός που θα λύσει προβλήματα.

Δεν είναι η πρώτη κυβέρνηση που παραβιάζει το Σύνταγμα, κηρύσσοντας πρόωρες εκλογές χωρίς επαρκείς αιτίες – και σίγουρα δεν θα είναι η τελευταία. Από το 2010, όταν η Ελλάδα εισήλθε επισήμως στην κρίση, διεξήχθησαν τέσσερις βουλευτικές εκλογές (τον Μάιο και τον Ιούνιο του 2012, τον Ιανουάριο και τον Σεπτέμβριο του 2015) και ένα δημοψήφισμα (πέρυσι). Εάν λογαριάσουμε και την κυβέρνηση συνασπισμού του Λουκά Παπαδήμου, από τον Νοέμβριο του 2011 έως τον Μάιο του 2012, βλέπουμε το μέγεθος της ρευστότητας. Η κρίση καταβροχθίζει πρωθυπουργούς: και όμως, ο εκάστοτε αρχηγός της αντιπολίτευσης βιάζεται να ρίξει τον όποιο πρωθυπουργό για να πάρει τη θέση του. Ο Γιώργος Παπανδρέου επέλεξε να μη στηρίξει τον Κώστα Καραμανλή, πιέζοντας για τις εκλογές τις οποίες κέρδισε το 2009. Οταν βρέθηκε σε αδιέξοδο, παρέδωσε τα ηνία στον τεχνοκράτη Παπαδήμο. Τότε, ο Αντώνης Σαμαράς πήρε τη σκυτάλη, πιέζοντας για εκλογές και πετυχαίνοντας στη δεύτερη προσπάθεια το 2012 να σχηματίσει κυβέρνηση συνασπισμού με το ΠΑΣΟΚ και τη ΔΗΜΑΡ.

Ακολούθησε ο Αλέξης Τσίπρας, ο οποίος είχε κάνει ό,τι μπορούσε, όπως οι Παπανδρέου και Σαμαράς, για να προκαλέσει εκλογές.

Οπως βλέπουμε, όμως, οι εκλογές που κέρδισε ο κ. Τσίπρας οδήγησαν τάχιστα σε νέες κάλπες μέσα στον ίδιο χρόνο – δημοψήφισμα και βουλευτικές εκλογές. Δεν προσμετράμε τις εκλογές για τοπική αυτοδιοίκηση, για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, επειδή η ημερομηνία διεξαγωγής τους δεν χειραγωγείται από την εκάστοτε κυβέρνηση, όπως οι βουλευτικές. Η εκλογή Προέδρου της Δημοκρατίας, όμως, συχνά παρουσιάζει ευκαιρία για την πρόκληση νέων βουλευτικών εκλογών, αλλά μόνο κάθε πέντε χρόνια, όταν βαίνει προς λήξη η θητεία του κατόχου του αξιώματος.

Η χώρα βρίσκεται συνεχώς στη δίνη εκλογών. Και αν κρίνουμε από το παρελθόν και το παρόν, αυτό δεν θα αλλάξει. Κάθε κυβέρνηση υπολογίζει πότε τη συμφέρει να προκαλέσει νέες εκλογές προκειμένου να εκμεταλλευθεί τη συγκυρία ή να αποφύγει τα χειρότερα, ενώ η αντιπολίτευση πορεύεται με μόνιμο αίτημα νέες εκλογές, ώστε να «φύγουν οι φαύλοι», να έρθουν οι μόνοι άξιοι – οι οποίοι με την εκλογή τους και μόνο θα λύσουν χρόνια προβλήματα. Οι κυβερνήσεις υποτάσσουν κάθε κίνησή τους στο εκλογικό όφελος ή κόστος που αυτή μπορεί να έχει. Τα κόμματα της αντιπολίτευσης, έως τώρα τουλάχιστον, επενδύουν στην πτώση της κυβέρνησης αντί να αναπτύσσουν καλύτερες πολιτικές. Χειρότερο, όμως, είναι το γεγονός ότι ούτε ο ιδιωτικός τομέας ούτε η δημόσια διοίκηση μπορούν να λειτουργήσουν σε ένα κλίμα συνεχούς αβεβαιότητας. Ούτε οι εταίροι μας, ούτε οι γείτονες, ούτε ξένοι επενδυτές, ούτε εμείς οι ίδιοι μπορούμε να γνωρίζουμε ποιος είναι αξιόπιστος συνομιλητής και να βασιστούμε στα λόγια του.

Η συνεχής εκλογολογία είναι η μία όψη του προβλήματος. Η άλλη είναι ότι οι αδυναμίες των πολιτικών μας έχουν αποδειχθεί τόσο μεγάλες που η τετράχρονη θητεία τους παρέχει δυσανάλογα μεγάλη ευκαιρία να ζημιώσουν τον τόπο (με όσα κάνουν ή δεν κάνουν). Με αυτά τα δεδομένα, ίσως η πιο παράλογη πρόταση να ήταν και η μόνη εφικτή λύση του προβλήματος: εάν θεσμοθετούσαμε τις βουλευτικές εκλογές να διεξάγονται κάθε χρόνο την ίδια ημέρα, ουδείς θα ασχολιόταν με μηχανορραφίες ως προς την ημερομηνία τους, γρήγορα θα φαινόταν αν κάποιοι είναι αρκετά ικανοί ώστε να τους επαναφέρει ο λαός στην εξουσία ή τόσο ανίκανοι ώστε να εκπαραθυρωθούν τάχιστα στις επόμενες εκλογές. Ετσι κι αλλιώς, τον πρώτο χρόνο μόνο κάνει κάτι μια κυβέρνηση – ύστερα καταναλώνεται σε τακτικισμούς, όπως η εκλογολογία. Ισως ακόμη πιο θετική εξέλιξη, όμως, θα ήταν ότι χωρίς την αβεβαιότητα για τη διάρκεια της κυβερνητικής θητείας, θα συμφωνούσαμε όλοι για την ανάγκη ενίσχυσης της δημόσιας διοίκησης ώστε η χώρα να λειτουργεί όποιος και αν βρίσκεται στην εξουσία, ανεξαρτήτως του πόσα χρόνια θα βρίσκεται εκεί.

Οι τετράχρονες θητείες έχουν στόχο να επιτρέπουν σε μια κυβέρνηση να λειτουργεί χωρίς να φοβάται το άμεσο πολιτικό κόστος των πράξεών της. Στη χώρα μας δεν είναι σίγουρο ότι αυτή η πρακτική πέτυχε. Ισως πρέπει να φθάσουμε στον παραλογισμό για να συνέλθουμε.