ΑΠΟΨΕΙΣ

Ορυμαγδός κοινοτοπίας

Μία από τις πιο ανιαρές στιγμές των Χριστουγέννων είναι οι ευχές των επισήμων· των προέδρων, των πρωθυπουργών, των αρχηγών κομμάτων και πάει λέγοντας. Είναι ό,τι πιο ξύλινο, προβλέψιμο, πληκτικό μπορεί να ακούσει κανείς. Και στη χειρότερη θέση βρίσκονται οι δημοσιογράφοι που πρέπει να καλύψουν αυτές τις δηλώσεις, ουσιαστικά να τις υποστούν και να μας τις μεταφέρουν λες και μας ενδιαφέρουν (και χωρίς να μας λυπούνται). Αυτό στη δουλειά μας υποτίθεται ότι λέγεται «καλύπτω την επικαιρότητα». Στο μεταξύ, οι όποιες δηλώσεις γίνονται διεκπεραιωτικά με έναν εξοργιστικά παθητικό τρόπο: ο ένας ξεπατικώνει τον άλλο. Για κάποιον μυστήριο λόγο όμως, είναι κάτι που δεν αλλάζει. Ετσι, οι πολιτικοί μας επιτρέπουν στον εαυτό τους ακόμα μία πολυτέλεια: να είναι φρικτά βαρετοί και να επιδίδονται σε έναν ορυμαγδό κοινοτοπίας.

Οι επίσημες ευχές για τις γιορτές καθρεφτίζουν την ένδεια όχι μόνον της γλώσσας αλλά και του λειτουργήματος. Ο βουλευτής, ο υπουργός, ο πρωθυπουργός, ο πρόεδρος, όλα είναι ρόλοι που έχει αναλάβει κάποιος να τους υποδυθεί. Προφανώς και η έννοια του ρόλου είναι ευρύτερη και βαθύτερη (π.χ., ρόλος είναι και αυτός του γονιού), το πρόβλημα όμως ξεκινάει από τη στιγμή που αυτός ο οποίος ενδύεται τον ρόλο παύει πια να έχει την ελάχιστη συνείδηση και μιλάει σαν κουρδισμένο κουκλάκι, επαναπαυμένος στη βολή ότι «αυτά θέλει ο κόσμος».

Το φαινόμενο δεν παρατηρείται μονάχα τα Χριστούγεννα («Η μεγάλη γιορτή της Χριστιανοσύνης»), αλλά και το Πάσχα («Η μεγάλη γιορτή της Χριστιανοσύνης», δις), και φυσικά σε όλες τις εθνικές επετείους: «Οι Ενοπλες Δυνάμεις τονώνουν το εθνικό μας φρόνημα», «Το ΟΧΙ του ’40 αποτελεί οδηγό για τις νέες γενιές», «Το πνεύμα της Επανάστασης του 1821 είναι ακόμα ζωντανό, ειδικά σε καιρούς όπως τους σημερινούς» και δεν συμμαζεύεται.

Για να τα λέμε όλα όμως, ενίοτε κάποιοι πρωτοτυπούν. Π.χ., ποιος μπορεί να λησμονήσει το ολιγόλεκτο έπος του σημερινού υπουργού Εθνικής Αμυνας ότι «μαζί με την Ανάσταση θα έρθει και η έξοδος από το μνημόνιο για τον λαό μας»; Ορίστε· κακώς γκρινιάζω· εδώ ο κ. Καμμένος ξέφυγε από την πεπατημένη. Εδώ λοιπόν η ευχητήρια δήλωση δεν ήταν βαρετή. Τι κρίμα όμως που ήταν ψέματα.

Ειδικά στα Χριστούγεννα πάντως, ακριβώς επειδή είναι μια γιορτή επιβεβλημένης ευτυχίας και χαράς, ο κάθε επίσημος οφείλει να ξεστομίσει κάτι ελπιδοφόρο. Εύκολο είναι αυτό εξάλλου. Μπολιάζεις ένα στάνταρ ευχολόγιο με άφθονο μελόδραμα (άστεγοι, πρόσφυγες, τα παιδιά της Συρίας, οι αυτόχειρες της ΕΡΤ, οι μαθητές που κάποτε –κάποτε, όχι μετά τον Ιανουάριο του 2015, να εξηγούμεθα– λιποθυμούσαν διότι δεν είχαν χρήματα να αγοράσουν μια τυρόπιτα από το κυλικείο του σχολείου κ.ο.κ.), και είσαι έτοιμος.

Το πρόβλημα είναι εδώ πολλά χρόνια τώρα. Από τότε που προσωπικά θυμάμαι τον εαυτό μου. Και θυμάμαι τον εαυτό μου από το 1974 – δεν είναι και λίγος χρόνος. Στις ευτυχισμένες όμως ημέρες της άγνοιάς μας, δεν δίναμε σημασία. Αφήστε που είναι λογικό σε εποχές όπου δύο και τρεις τράπεζες σου τηλεφωνούν κάθε μέρα για να σου ανακοινώσουν ότι έχει εγκριθεί στο όνομά σου δάνειο 20.000 ευρώ, ένας πολιτικός να πει το ποίημα της «μεγάλης γιορτής της Χριστιανοσύνης» με όλο του το είναι.

Μετά το Καστελλόριζο όμως; Μετά τα μνημόνια; Εκεί το ευχολόγιο συνοδεύεται από το μελόδραμα που λέγαμε και από διάχυτο, μελιστάλαχτο αγωνιστικό πνεύμα. Και εκεί συνειδητοποιείς την κενότητα του ανθρώπου σε όλο της το μεγαλείο. Εάν κάτι θα μπορούσε να μας διδάξει η κρίση, αυτό θα ήταν να μην είμαστε βαρετοί. Δεν τα καταφέραμε ούτε εκεί.

Δεν πειράζει· να ξέρετε όμως ότι τουλάχιστον κατέβαλα μια προσπάθεια να σας ευχηθώ χρόνια πολλά λίγο διαφορετικά. Καλά Χριστούγεννα, λοιπόν. Το εννοώ.