ΑΠΟΨΕΙΣ

Ποιος εμπιστεύεται την Ελλάδα;

Η κοινή γνώμη στις Ηνωμένες Πολιτείες είχε ξεχάσει την ελληνική κρίση. Αλλα θέματα έχουν κυριαρχήσει στην ατζέντα εδώ και περισσότερο από έναν χρόνο. «Βοηθούσαν» και οι προεδρικές εκλογές, που έστρεψαν την προσοχή στο εσωτερικό της χώρας. Τα διεθνή ζητήματα που απασχόλησαν την επικαιρότητα ήταν τα τρομοκρατικά χτυπήματα στην Ευρώπη και το μεταναστευτικό ζήτημα, οι σχέσεις με τη Ρωσία και την Κίνα, το Brexit, και η ανθρωπιστική τραγωδία στη Συρία. Μέχρι τις εκλογές, οι όποιες αναφορές στην Ελλάδα ήταν στο πλαίσιο της προσφυγικής κρίσης. Αλλά το ταξίδι του Αμερικανού προέδρου στην Αθήνα και τα προβλήματα στην αξιολόγηση έφεραν ξανά το ελληνικό ζήτημα στις αμερικανικές εφημερίδες – αν και όχι στα πρωτοσέλιδα, καθώς οι συνέπειες μιας κρίσης θεωρούνται μικρές μπροστά στις ανατροπές και την αστάθεια που επικρατεί διεθνώς. Κάτι που δεν φαίνεται να έχει αλλάξει, και μάλιστα όχι μόνο στις ΗΠΑ αλλά διεθνώς, είναι η εικόνα της κοινής γνώμης για την Ελλάδα. Οι διαδηλώσεις και τα επεισόδια που συνόδευσαν την επίσκεψη του προέδρου Ομπάμα μπορεί να ήταν περιορισμένα για τα ελληνικά δεδομένα, αλλά έκαναν τον γύρο του κόσμου – και τελικά ήταν αυτά που έμειναν από το ταξίδι στους τηλεθεατές. Ταξιδεύοντας στη Βρετανία και τον Καναδά και με την επιστροφή μου στις ΗΠΑ, γι’ αυτά με ρώτησαν φίλοι και γνωστοί – ούτε για τον λόγο-κληρονομιά του προέδρου Ομπάμα, ούτε για τη στρατηγική σημασία της Ελλάδας στην περιοχή…

Η εικόνα ενός μη κυβερνήσιμου λαού που ζει σε μία μη μεταρρυθμίσιμη χώρα έχει εντυπωθεί και ενισχύεται με κάθε ευκαιρία από τέτοιες εικόνες. Εκτός από τους ειδικούς, λίγοι είναι εκείνοι που γνωρίζουν τις προσπάθειες που έχουν γίνει – και κυρίως, τις θυσίες που έχουν κάνει οι πολίτες τα έξι χρόνια της κρίσης. Οσοι ταξιδεύουν στη χώρα μας ως τουρίστες είναι δύσκολο να καταλάβουν τη διαφορά όταν οι τιμές παραμένουν υψηλές, σε ένα ισχυρό νόμισμα. Ακόμη κι εγώ, ακολουθώντας τη δημοσιογραφική αποστολή του Λευκού Οίκου, είδα δύο διαφορετικές πραγματικότητες κατά την παραμονή μου στην Αθήνα. Η μία ήταν εκείνη της «φούσκας» που υπήρχε γύρω από το Μέγαρο Μαξίμου, όπου έγιναν οι επίσημες συναντήσεις. Αδειοι δρόμοι, αμερικανικές προδιαγραφές ασφαλείας και… σέρβις. Η δεύτερη, πριν και μετά, ήταν εκείνη της πραγματικότητας που ζουν οι πολίτες της χώρας. Της κίνησης στους δρόμους, των στάσεων εργασίας της τελευταίας στιγμής στο μετρό, τελευταία και των αυξανόμενων περιστατικών βίας στην πόλη. Γιατί τι άλλο είναι η ληστεία και πυρπόληση περιπτέρου που έστειλε τον ιδιοκτήτη του στο νοσοκομείο, η καταστροφή τριών τρόλεϊ στην Πατησίων, και τώρα η «πρωτότυπη» απειλή περί δηλητηριασμένων τροφίμων μεγάλων πολυεθνικών εταιρειών; Σίγουρα, στην Ελλάδα μέχρι στιγμής δεν έχουμε αντιμετωπίσει την άγρια τρομοκρατία της Νίκαιας ή του Βερολίνου, να εισβάλει ένα φορτηγό σε μία αγορά ή μία γιορτή. Η απειλή είναι λιγότερο άμεση, εσωτερική, γι’ αυτό ίσως και πιο ύπουλη. Συνηθίζει κανείς σε αυτή, θεωρώντας ότι είναι μία κατάσταση φυσιολογική – να εξαρτά την καθημερινότητά του από τα καπρίτσια όσων ελέγχουν τον δημόσιο χώρο, από τις συγκοινωνίες και τις άλλες υπηρεσίες μέχρι τους αναρχικούς των Εξαρχείων. Μία ολόκληρη κοινωνία συνηθίζει στην ανωμαλία, και αυτό είναι ίσως πιο δύσκολο να ανατραπεί από την καρικατούρα της Ελλάδας στο εξωτερικό. Οσοι έχουμε βιώσει τον πόνο γνωρίζουμε και τη μεγαλοψυχία που έχει αναδείξει τα χρόνια της κρίσης. Αλλά επίσης βλέπουμε, πέρα από τις γραφικές διαδηλώσεις, τα καθημερινά κρούσματα κακοδιοίκησης, κοινωνικής έντασης και βίας που υποσκάπτουν όχι μόνο μία γενική και αφηρημένη ανάπτυξη αλλά την ίδια μας την ύπαρξη. Οι ξένοι επενδυτές λένε τους τελευταίους μήνες ότι κανείς δεν θα επενδύσει στην Ελλάδα αν δεν επενδύσουν πρώτα οι Ελληνες. Θα το έλεγα λίγο διαφορετικά: κανείς δεν θα πιστέψει στην Ελλάδα αν δεν πιστέψουμε εμείς οι ίδιοι, και αν δεν συνεργαστούμε για την επιστροφή της εμπιστοσύνης.