ΑΠΟΨΕΙΣ

Η δύσκολη «επιστροφή»

Το θέμα επιστρέφει διαρκώς με τις ίδιες παραμέτρους. Μήπως και η επανάληψη βοηθήσει ώστε να επενδυθεί το κεφάλαιο που απαιτείται για να αρχίσει να κλονίζεται κάπως η εδραιωμένη εικόνα. Και όταν αναφερόμαστε σε «κεφάλαιο» δεν εννοούμε μόνο το οικονομικό. Την περασμένη Κυριακή η «Κ» φιλοξένησε (σελ. 31) τα αποτελέσματα μιας online έρευνας της πρωτοβουλίας Brain Gain. Οι συμμετέχοντες (2.347), νέοι Ελληνες που εγκατέλειψαν τη χώρα τα τελευταία χρόνια της κρίσης, έπρεπε να συμπληρώσουν την απάντηση – προϋπόθεση την οποία θεωρούν απαραίτητη για να γυρίσουν πίσω. Σύμφωνα με τα πρόσφατα διαθέσιμα στατιστικά στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, τα χρόνια της κρίσης 2008-2013, 427.000 μόνιμοι κάτοικοι Ελλάδος έφυγαν από τη χώρα. Το 2014, ο συνολικός αριθμός των εξερχομένων μεταναστών εκτιμάται σε 106.800 άτομα. Η γενιά των 25-35 ετών είναι αυτή που επηρεάστηκε περισσότερο από την κρίση.

Στο πολύ ενδιαφέρον ρεπορτάζ (του Στράτου Καρακασίδη) έχουν ερωτηθεί εκπρόσωποι της γενιάς του brain drain ώστε να καταγραφούν τάσεις και σκέψεις. Οι απαντήσεις δηλώνουν την ίδια ανησυχία που είχε καταγραφεί και πριν από μερικούς μήνες. Η πλειονότητα (πάνω από το 50%) θα επέστρεφε, δεχόμενη ακόμη και μείωση μισθού 25%, αρκεί να βελτιώνονταν οι εργασιακές συνθήκες στη χώρα μας. Ως «βελτίωση» δε, μεταξύ άλλων, θεωρούν να: «Μπορούσα να εργαστώ σε αντίστοιχο επάγγελμα χωρίς διαφθορά», «με αντιμετώπιζαν με σεβασμό και αξιοκρατία», «στήριζε το κράτος ένα νέο μου ξεκίνημα», «υπήρχε μια σταθερή πορεία, ώστε να αισθάνομαι ασφάλεια και να κάνω σχέδια για το μέλλον» κ.ο.κ.

Και, βέβαια, δεν εννοούν ένα δήθεν μέλλον, χωρίς κανόνες, χωρίς διαφάνεια, με τα συμφέροντα, κάθε είδους, να δίνουν τον τόνο. Είναι μια γενιά, δηλαδή, που δεν την ξεγελάς προσφέροντας ένα παρελθόν μεταμφιεσμένο ως μέλλον. Οι νέοι άνθρωποι αυτού του τρίτου μαζικού μεταναστευτικού κύματος είναι, εξαιρετικά και δικαίως, καχύποπτοι. Δεν ξεγελιούνται με «προεκλογικές» υποσχέσεις και άλλα ταξίματα. Φαντασιώνονται κάτι που λείπει σπαρακτικά από τη χώρα και επιθυμούν να δουν την αλλαγή να συντελείται για να επιστρέψουν. Για την ακρίβεια, δεν πρόκειται για «αλλαγή» αλλά για μεταστροφή. Για μια άλλη νοοτροπία που θα έχει ως συστατικά στοιχεία της την αξιοκρατία, την αξιοποίηση βάσει προσόντων και όχι γνωριμιών. Οι περισσότεροι υποστηρίζουν ότι αν δουν να γίνεται η αρχή θα επιστρέψουν για να βάλουν πλάτη. Δεν είναι φυγόπονοι, κάθε άλλο. Απογοητευμένοι είναι, αποξενωμένοι αισθάνονται από μια πατρίδα απρόθυμη να αντιληφθεί τις παθογένειες ώστε να τις θεραπεύσει. Κι εδώ υπάρχει ένας άλλος κόμπος: όλοι μπορούν να περιγράψουν το πρόβλημα, αλλά αναθέτουν τη θεραπεία του στο… σύστημα. Κανείς δεν αναγνωρίζει την ευθύνη που του αναλογεί, όλοι δείχνουν (δείχνουμε) την εκάστοτε πολιτική εξουσία. Προφανώς η εκάστοτε εξουσία στέλνει τα «μηνύματά» της στην κοινωνία, η οποία στη συνέχεια παίρνει το σχήμα και την κατεύθυνση που την εξυπηρετεί. Ο ατομικισμός μετατρέπεται σε αξίωμα, το κοινό συμφέρον απεμπολείται από όλες τις πλευρές (εξουσίας και κοινωνίας) ως ψηφοθηρικά μη αποδοτικό, βραδυφλεγές, με μακροχρόνια ανταποδοτικά οφέλη. Τα έξι τελευταία χρόνια το πρόβλημα (οξύτατο και με συνέπειες) του brain drain αναφέρεται τόσο συχνά σε κοινοβουλευτικές και τηλεοπτικές συζητήσεις ώστε αν κάθε φορά που θιγόταν γινόταν και μια μικρή έστω διορθωτική κίνηση, η «επιστροφή» δεν θα ήταν ενδεχόμενο αλλά γεγονός. Υπάρχει μια φράση – προμετωπίδα του Κωστή Παπαγιώργη (1947-2014) στην πρόσφατη έκδοση για τον ίδιο και με κείμενά του, με τίτλο «Ο εαυτός»: «Ανθρωπος που δεν ξεσκαρτάρει τον εαυτό του πώς να δει θεού πρόσωπο;». Θα μπορούσαμε τη λέξη «άνθρωπος» να την αντικαταστήσουμε με τη λέξη «χώρα», χωρίς, όμως, να είναι και απαραίτητο.