ΑΠΟΨΕΙΣ

Ο λαός στην τηλοψία

Με την ευκαιρία των γιορτών βλέπουμε, επιτέλους, τον λαό στην εξουσία, όπως του είχαν υποσχεθεί παλαιότερα δημαγωγοί. Εννοώ στην εξουσία των τριών-τεσσάρων δευτερολέπτων τηλεοπτικής παρουσίας, σαν σφήνα ανάμεσα στις ειδήσεις, ή μάλλον σε σενάρια και υποθέσεις που απέχουν κάμποσο από τις καθαυτό γυμνές ειδήσεις. Το έθιμο αυτό δεν είναι αμιγώς χριστουγεννιάτικο. Το τηρούν από χρόνια όλα τα κανάλια, κρατικά και ιδιωτικά· το καθένα με τον τρόπο του και τη στράτευσή του, μερική ή ολική, το χρώμα και το πάθος της οποίας εξαρτώνται από το ποιο κόμμα κυβερνά, φίλιο ή πολέμιο.

Τα ρεπορτάζ λοιπόν, ό,τι κι αν αφορούν, επιζητούν τον εμπλουτισμό τους και την ενίσχυση της εγκυρότητάς τους με την ενσφήνωση μικροαφηγήσεων που θεωρείται πως ενισχύουν τα γράδα της αυθεντικότητας αλλά και της αντικειμενικότητας. Η κάμερα παρακολουθεί στενά την αγορά (τη Βαρβάκειο ή την οδό Ερμού), τις πορείες των συνταξιούχων, τις συγκεντρώσεις γονέων και κηδεμόνων έξω από σχολεία, με το αίτημα να μην πάνε εκεί προσφυγόπουλα, την κίνηση μπροστά στα ΑΤΜ ή μέσα σε τράπεζες, τα ράντζα και τις ουρές στα νοσοκομεία, την Πατησίων πυρπολούμενη από χουλιγκανομπαχαλάκηδες κτλ. Καταγράφει περιστατικά, κατά προτίμηση επεισόδια βίας, έστω και λεκτικής, και συλλέγει γνώμες για ερωτήματα που τίθενται εμπεριέχοντας τη μονοδιάστατη απάντησή τους: «Πόσο χάλια είναι φέτος τα πράγματα;», «Ζορίζεστε πολύ να τα βγάλετε πέρα;», «Υπάρχει ακρίβεια;» ή «Εχετε να πάρετε δωράκι στα εγγόνια σας;».

Στα κρατικά κανάλια, από τη «γραφική ύλη» των οποίων δεν έλειψαν, δυστυχώς, ποτέ τα πινελάκια εξωραϊσμού, ακούει κανείς μια στο τόσο και φωνές όχι βέβαια επαινετικές για την κυβέρνηση αλλά υπομονετικές, μετριοπαθείς. Δεν ξέρω πόσος χρόνος χρειάζεται στους ρεπόρτερ για να τις εντοπίσουν, προβάλλονται πάντως σε αναλογία φανερά υψηλότερη από τα ποσοστά αποδοχής των κυβερνητικών μέτρων που βλέπουμε στις δημοσκοπήσεις, και δεν εννοώ τις εξόφθαλμα πειραγμένες. Στους εμπορικούς διαύλους κυκλοφορεί μόνο γκρίνια. Αυτή επιζητείται να καταγραφεί, για κάθε είδους θέμα, αυτή λοιπόν καταγράφεται και υπερπροβάλλεται. Μέσα στη φούρια να στηθούν μονόπρακτα θυμού και μονόλογοι απόγνωσης, στο προβαλλόμενο υλικό καταφέρνουν να τρυπώσουν όχι μόνο βαριές κατάρες α λα Λεβέντη αλλά και απόψεις που φιλοχουντίζουν ή ερωτοτροπούν με τη μισαλλοδοξία. Δουλειά να γίνεται, και ας γίνεται και με επικίνδυνη επιπολαιότητα.

Στα θεατρόμορφα ρεπορτάζ αυτού του είδους ο λαός συνολικά, και κάθε πολίτης ξεχωριστά, θεωρείται άξιος μόνο για να γκρινιάξει υψηλότονα, έστω και με μονοσύλλαβα, όχι για να αρθρώσει λόγο με αρχή, μέση και τέλος. Επιστρατεύεται χρησιμοθηρικά, σαν κομπάρσος σε σενάρια-προκάτ, σαν πλάσμα αποκλειστικά συναισθηματικό, όχι έλλογο. Γι’ αυτό και, αν κάποιος ξεφύγει από τα προβλεπόμενα με όσα δοκιμάζει να πει, κόβεται πάραυτα. Το έχουμε δει και αυτό.