ΑΠΟΨΕΙΣ

Στο άσπρο – μαύρο η δημοσιογραφία

Θ​​εωρώ σκόπιμο να σας εξομολογηθώ ότι το επαγγελματικό μου ενδιαφέρον να παρακολουθώ συνεχώς την επικαιρότητα, φθάνει, πλέον, στα όρια της διαστροφής. Καθημερινά διερωτώμαι, γιατί διάλεξα αυτό το επάγγελμα και, προπαντός, γιατί το συνεχίζω. Ανατρέχοντας στα δημοσιογραφικά γραπτά των περασμένων –τουλάχιστον τεσσάρων– δεκαετιών, διαπιστώνω πως ποτέ άλλοτε οι δημοσιογράφοι δεν υποχρεωθήκαμε να παρακολουθούμε και να «αναλύουμε» τα ασήμαντα ως σημαντικά, την ευτέλεια ως πραγματικότητα και την απροκάλυπτη εξαπάτηση ως «πολιτική τακτική». Με αυτό το πρίσμα παρακολουθώ, όσο μπορώ σε καθημερινή βάση, τις δηλώσεις του πρωθυπουργού, των υπουργών και των στελεχών της σημερινής κυβέρνησης. Στις εφημερίδες, στο ραδιόφωνο και την τηλεόραση. Φυσικά, το ίδιο κάνετε και οι περισσότεροι, για να είσθε ενήμεροι της πολιτικής επικαιρότητας. Ποία είναι, λοιπόν, η επικαιρότητα αυτή το τελευταίο 15νθήμερο; Η διαμάχη κυβέρνησης – θεσμών, σχετικά με τις «παροχές» Τσίπρα, στους χαμηλοσυνταξιούχους. Στο εσωτερικό, η «σύγκρουση» εστιάζεται στο αν, καλώς ή κακώς, ο πρωθυπουργός προχώρησε σ’ αυτήν την μονομερή ενέργεια, η οποία αθετεί την υπογραφή του στο τρίτο μνημόνιο. Τι διακυβεύεται με την πράξη αυτή του πρωθυπουργού; Οι δύο θεμελιώδεις και πρωταρχικοί στόχοι του.

Δηλαδή, το άμεσο κλείσιμο της δεύτερης αξιολόγησης και η ρύθμιση του χρέους.

Με αυτά τα δύο συνέδεσε ο κ. Τσίπρας την ολοκλήρωση της τετραετίας του, ώστε να ανατρέψει τον σημερινό συσχετισμό δυνάμεων, μεταξύ Ν.Δ. και ΣΥΡΙΖΑ. Θα θυμάστε, μάλιστα, πως ο κ. Τσακαλώτος μάς είχε προειδοποιήσει πως αν η αξιολόγηση «πάει για Μάιο – Ιούνιο, καήκαμε» (Ως χώρα). Τι να πει, τώρα, ο υπουργός Οικονομικών, που διαπιστώνει ότι «εμπρηστής» είναι ο πρωθυπουργός του; Οι δανειστές έχουν παγώσει τη διαδικασία και απαιτούν έγγραφες και ταπεινωτικές εγγυήσεις του τύπου «συγγνώμην, δεν θα το ξανακάνω». Ο κ. Τσακαλώτος διστάζει να βάλει την υπογραφή του, αφού ακούει τον πρωθυπουργό από την Κρήτη, όχι μόνον αμετανόητο, αλλά και να θριαμβολογεί για την «αποκοτιά» του. Οσο για τα λοιπά στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ, άλλα λόγια ν’ αγαπιόμαστε. «Δεν συμβαίνει τίποτα, τα πάντα βαίνουν καλώς, όλα είναι υπό έλεγχο». Ελάτε στη θέση ημών, των δημοσιογράφων. Οι περισσότεροι είμαστε υποχρεωμένοι να προβάλλουμε, να αναλύουμε, αλλά και να υπερασπιζόμαστε τα αυτονόητα. Αυτά που περιγράψαμε και αντιλαμβάνονται πλήρως, όσοι έχουν στοιχειώδη, έστω, λογική. Αντίθετα, υπάρχουν και δημοσιογράφοι που είναι, επίσης, υποχρεωμένοι να υιοθετούν και να υπερασπίζονται τις αυταπόδεικτα αβάσιμες και αντικρουόμενες κυβερνητικές θέσεις.

Πιστέψτε με. Θεωρώ και τις δύο κατηγορίες των συναδέλφων μου εξίσου αναξιοπαθείς και αξιολύπητους. Η δουλειά μας δεν είναι να σας «ενημερώσουμε» και να σας πείσουμε, για τα όσα αντιλαμβάνεστε και γνωρίζετε. Ούτε έχουμε την υποχρέωση να απευθυνόμαστε σε ώτα μη ακουόντων, εξαιτίας δογματικής και ανίατης κουφότητας. Οσο για τη δεύτερη κατηγορία των δημοσιογράφων, είναι βέβαιον πως η θέση τους είναι ακόμη περισσότερο δυσχερής. Καλούνται να υπηρετήσουν μια «πολιτική» η οποία έχει αποτύχει οικτρά, ως «αριστερή» (αν αυτό είναι το κίνητρό τους), έχει στρέψει εναντίον της την πλειονότητα των ψηφοφόρων, που την εμπιστεύθηκαν και τέλος, αποδεικνύεται ιδιαίτερα επιζήμια για τον τόπο. Κοντολογίς, φίλες και φίλοι, η σημερινή κατάσταση μου θυμίζει άλλες εποχές. Οταν η δημοσιογραφία ήταν ανάπηρη και διχασμένη στο «άσπρο και το μαύρο».