ΑΠΟΨΕΙΣ

Ο Τραμπ, η Λαγκάρντ και το ελληνικό ζήτημα

Πόσο πιθανό είναι ένα τουίτ του Ντόναλντ Τραμπ ότι η «αμελής Κριστίν» δεν πρέπει να βάλει το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο στο ελληνικό πρόγραμμα – και τι θα σήμαινε κάτι τέτοιο; Γράφοντας στο περιοδικό Foreign Affairs, ο ερευνητής Πολ Μπλούσταϊν δεν θεωρεί απίθανη μια δημόσια επίθεση του επόμενου προέδρου των Ηνωμένων Πολιτειών στην επικεφαλής του ΔΝΤ, Κριστίν Λαγκάρντ, με αφορμή την καταδίκη της για αμέλεια στη Γαλλία. Ο κ. Μπλούσταϊν θεωρεί το ελληνικό ζήτημα και την προεδρία Τραμπ τις δύο μεγαλύτερες απειλές για τον διεθνή οργανισμό, ωστόσο δεν συνδέει τα δύο, θεωρώντας ότι ο κ. Τραμπ θα επικεντρωθεί σε περισσότερο νευραλγικά για την αμερικανική οικονομία ζητήματα από την Ελλάδα, όπως το διεθνές εμπόριο.

Η Ελλάδα αποτελεί πρόβλημα για τον διεθνή οργανισμό για λόγους αξιοπιστίας, η οποία δοκιμάζεται στην τρέχουσα διαμάχη για τους όρους συμμετοχής του στο τρίτο πρόγραμμα. Τα δύο προηγούμενα προγράμματα του ΔΝΤ επικρίθηκαν για τις αισιόδοξες εκτιμήσεις τους για τις μεταρρυθμίσεις και την ανάπτυξη, κάτι που σύμφωνα με τον κ. Μπλούσταϊν έγινε «υπό την πίεση ισχυρών Ευρωπαίων πολιτικών που υποστηρίζουν τη λιτότητα». Αυτό έπληξε την εικόνα του ως «ουδέτερου μεσολαβητή για την αντιμετώπιση των παγκόσμιων οικονομικών προβλημάτων» και, όπως επισημαίνει, μια νέα υποχώρηση του ΔΝΤ στις ευρωπαϊκές πιέσεις θα εδραιώσει αυτή την εντύπωση.

Η κυρία Λαγκάρντ έχει κρατήσει έξω από το τρίτο πρόγραμμα το ΔΝΤ μέχρι να πεισθεί για τη βιωσιμότητα του χρέους, ωστόσο είναι αβέβαιο για πόσο ακόμη θα το κάνει, ιδιαίτερα ύστερα από μια καταδίκη που την καθιστά πολιτικά ευάλωτη: Οι πιέσεις για τη συμμετοχή του ΔΝΤ χωρίς σημαντική ελάφρυνση του χρέους είχαν ήδη αυξηθεί ενόψει των εκλογών του επόμενου έτους στη Γερμανία και την Ολλανδία. Και η εκλογή του Ντόναλντ Τραμπ στην προεδρία των ΗΠΑ περιπλέκει την εικόνα, καθώς προσθέτει έναν ακόμη αστάθμητο παράγοντα στην εξίσωση. Η απερχόμενη αμερικανική κυβέρνηση είχε στηρίξει τη στάση του ΔΝΤ, εκτιμώντας ότι οι προϋποθέσεις που θέτει είναι ο μόνος τρόπος για να αναγκάσει τους Ευρωπαίους να αποδεχθούν την ελάφρυνση του ελληνικού χρέους. Ο κίνδυνος είναι ότι υπό την προεδρία Τραμπ αυτή η στάση θα εξελιχθεί τελικά σε ένα βολικό πρόσχημα για τη μη συμμετοχή του. Η πραγματική αιτία, όμως, θα είναι ότι οι Ρεπουμπλικανοί περιμένουν από τους δανειζόμενους να εξυπηρετούν τα χρέη τους – και η ανησυχία ότι ο κ. Τραμπ θα είναι εχθρικός προς τους διεθνείς οργανισμούς. Ηδη στους διαδρόμους του ΔΝΤ θεωρείται δεδομένη η αντικατάσταση του εκπροσώπου της αμερικανικής κυβέρνησης από τον επόμενο πρόεδρο, με αβέβαιες συνέπειες για τις ισορροπίες, τον ρόλο και τις προτεραιότητες του διεθνούς οργανισμού.

Οι εκτιμήσεις πως ο κ. Τραμπ θα μπλοκάρει το ελληνικό πρόγραμμα για να υπονομεύσει το ΔΝΤ κρίνονται πάντως υπερβολικές, καθώς ακόμη και αν ήθελε να το κάνει, δεν είναι απαραίτητη η ψήφος των ΗΠΑ για την έγκρισή του, αφού αυτές οι αποφάσεις δεν χρειάζονται ομοφωνία. Ωστόσο, θα ρισκάρει η κυρία Λαγκάρντ τη δυσαρέσκεια του κ. Τραμπ, ενόψει μάλιστα δύσκολων μαχών τα επόμενα χρόνια στο Κογκρέσο για την αύξηση της χρηματοδότησής του;

«Γιατί συνεχίζουμε να χρηματοδοτούμε μία χώρα που δεν έχει καταφέρει να αλλάξει και να μεταρρυθμίσει την οικονομία της», ρωτούσαν Ρεπουμπλικανοί εκπρόσωποι του Κογκρέσου το καλοκαίρι τον υπουργό Οικονομικών Τζακ Λιου, ζητώντας διαβεβαιώσεις ότι οι ΗΠΑ δεν θα δώσουν «πράσινο φως» σε νέα διάσωση της Ελλάδας χωρίς εγγυήσεις πως αυτήν τη φορά το πρόγραμμα θα επιτύχει. Αν για την απερχόμενη αμερικανική κυβέρνηση αυτές οι εγγυήσεις ήταν η ελάφρυνση του χρέους, δεν είναι απίθανη μια αλλαγή πολιτικής που θα ξεχνάει την ελάφρυνση του χρέους, εστιάζοντας μόνο στις μεταρρυθμίσεις. Κάπως έτσι, η Ελλάδα μπορεί να είναι μια παράπλευρη απώλεια της προσπάθειας της κυρίας Λαγκάρντ να «τα βρει» με τον κ. Τραμπ…