ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ

Η μνήμη είναι η ουσία του ανθρώπου

Η μνήμη είναι η ουσία του ανθρώπου

Η τελευταία εικόνα που έχω από τη Γιόκο Ογκάουα είναι να προσπαθεί να υπογράψει δύο βιβλία της που είχα φέρει από την Ελλάδα, το «Ξενοδοχείο Iρις» και τις τρεις νουβέλες «Η πισίνα των καταδύσεων. Ο κοιτώνας. Ημερολόγιο εγκυμοσύνης», για δύο φανατικές αναγνώστριές της, την Ελένη και τη Δέσποινα, χρησιμοποιώντας για τα ονόματά τους την ελληνική γραμματοσειρά. Eκανε με υπομονή και επιμέλεια πρόβα, δοκιμάζοντας στις σελίδες του σημειωματάριού μου, σαν επιμελής μαθήτρια, θέλοντας να επιτύχει το καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα. Ηταν 25 Νοεμβρίου του 2019, στις 2 το μεσημέρι, στον τελευταίο όροφο ενός κεντρικού ξενοδοχείου στην Οσάκα. Τότε είχε κανονιστεί το ραντεβού, με αυτήν την ακριβοθώρητη Γιαπωνέζα συγγραφέα, μια από τις σημαντικότερες στη χώρα της, με διεθνή ακτινοβολία και πολλά βραβεία.

Από εκείνο το καταιγιστικό σε εντυπώσεις επαγγελματικό ταξίδι (με πρόσκληση του ιαπωνικού υπουργείου Εξωτερικών και της ιαπωνικής πρεσβείας στην Αθήνα), κρατώ τη συνάντηση με την Ογκάουα σε αυτό το διάμεσο φαντασίωσης και πραγματικότητας, το οποίο μετά την πανδημία γεφυρώνεται ακόμη πιο δύσκολα. Ευτυχώς υπάρχουν η μαγνητοφωνημένη συνέντευξη, οι φωτογραφίες και μια χειρόγραφη αφιέρωση που με πείθουν ότι η συνάντηση, πράγματι, συνέβη! Μπορώ εύκολα όμως να ανακαλέσω στη μνήμη μου το συναίσθημα αγωνίας και προσμονής που μοιράστηκα με τον Ιάπωνα συνοδό μου και μεταφραστή στα αγγλικά, ο οποίος έτρεφε μεγάλο σεβασμό και θαυμασμό στο πρόσωπό της. Θα εμφανιζόταν άραγε με γραμματείς, θα μας αφιέρωνε αρκετό χρόνο, το τραπέζι που είχαμε επιλέξει θα ήταν ήσυχο, θα την αναγνώριζαν οι πελάτες του ευρύχωρου καφέ; Στις 2 ακριβώς εμφανίστηκε στην είσοδο, ολομόναχη. Λεπτή και μικροκαμωμένη, με αυτήν την απροσδιόριστη συστολή/ευγένεια/διακριτικότητα στην παρουσία που χαρακτηρίζει τους Ιάπωνες. Κανείς δεν έδειξε να την αναγνωρίζει, κανένας ψίθυρος δεν συνόδευσε την εμφάνισή της, ήταν ντυμένη λιτά αλλά φροντισμένα, φορούσε μια πολύ ωραία καρφίτσα-αντίκα, το μακιγιάζ της ήταν στοιχειώδες.

Της μίλησα με θέρμη για τα βιβλία της, που στα ελληνικά κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Αγρα (σε μετάφραση Παναγιώτη Ευαγγελίδη), εκτός από το τελευταίο «The Memory Police» (Η Αστυνομία της Μνήμης), το οποίο συμπεριλαμβάνεται στη βραχεία λίστα των έξι υποψήφιων για το International Booker Prize 2020, και θα εκδοθεί από τον Πατάκη το ερχόμενο φθινόπωρο (σε μετάφραση Χίλντας Παπαδημητρίου). Τελευταίο, αλλά όχι και πιο πρόσφατο. Στην Ιαπωνία κυκλοφόρησε το 1994, μόλις, όμως, το περασμένο καλοκαίρι μεταφράστηκε στα αγγλικά, και ο Τύπος το υποδέχθηκε με εγκώμια. Η ανακοίνωση του ονόματος του νικητή του βραβείου ήταν προγραμματισμένη για τις 19 Μαΐου, αλλά εξαιτίας της πανδημίας μετατέθηκε για αργότερα (δεν έχει προσδιοριστεί νέα ημερομηνία). Τότε, όμως, τον Νοέμβριο, τίποτα από αυτά δεν ήταν γνωστό, ούτε ο κορωνοϊός μάς απασχολούσε, κρατήσαμε βέβαια, θυμάμαι, τις μικρές αποστάσεις που επιβάλλει το άρρητο ιαπωνικό πρωτόκολλο. Για να «χωρέσει» και η μικρή υπόκλιση του χαιρετισμού.

Δεν είχε συναντήσει κανέναν από την Ελλάδα, άκουγε με ενδιαφέρον ότι έχει και στη χώρα μας φανατικούς αναγνώστες.

«Η Αστυνομία της Μνήμης» είναι μια υπαινικτική δυστοπία για τη δύναμη της μνήμης και το τραύμα της απώλειας, διαδραματίζεται σε ένα νησί όπου, καθώς τα πράγματα εξαφανίζονται από τη ζωή των ανθρώπων (φωτογραφίες, κορδέλες, καπέλα, τριαντάφυλλα, μυρωδιές, αισθήσεις), μαζί με τη λέξη που τα προσδιορίζει, οι κάτοικοι επιβιώνουν όλο και πιο «φτωχά» και «άδεια», με την τυραννική και τιμωρητική επιτήρηση της «Αστυνομίας». Οποιος κρατάει τις αναμνήσεις και δεν ξεχνάει φυλακίζεται, εκτός αν βρεθεί κάποιος κάτοικος να τον κρύψει με κίνδυνο της ζωής του.

Η Γιόκο Ογκάουα, από κοντά, μοιάζει στα βιβλία της: πρωτότυπη, κομψή, αδιάγνωστη, δύσκολη στη μετάφραση. Στον ανησυχαστικό κόσμο της, όπου το αλλόκοτο και η παρέκκλιση γίνονται οικεία μέσα από την εξονυχιστική παρατήρηση, τίποτα δεν εξέχει. Κι όμως, η ασυμμετρία είναι ο κανόνας και το χάος επιβάλλεται ήρεμα, ανεπαίσθητα και ειρηνικά. Την «Αστυνομία της Μνήμης» δηλώνει η ίδια ότι εμπνεύστηκε από το «Ημερολόγιο της Αννας Φρανκ», ένα από τα βιβλία που διάβασε στην εφηβεία της και την επηρέασαν σε βάθος χρόνου.

– Η μνήμη και η λήθη είναι δύο βασικοί άξονες του έργου σας. Η μνήμη είναι τυραννία ή χάρισμα;
– Η μνήμη είναι η ουσία του ανθρώπου. Διαμορφώνει τη σκέψη του, τη νοοτροπία του, την προσωπικότητά του. Ουσιαστικά, η μνήμη είναι ο άνθρωπος. Επειδή, λοιπόν, ο καθένας μας αποτελείται από τις αναμνήσεις του, οι αναμνήσεις διαμορφώνουν και συνθέτουν αυτό που είναι. Ομως η κακή χρήση της μπορεί να αποτελέσει καταστροφικό εργαλείο στα χέρια ενός ηγέτη. Εχει τη δύναμη να χειραγωγεί τους πολίτες ώστε να γίνουν φερέφωνα. Αυτός ο φόβος είναι υπαρκτός και ανοικτός στο μέλλον. Μπορεί να γίνει πραγματικότητα ο έλεγχος μέσω της μνήμης και αυτό ακριβώς ήταν το σημείο εκκίνησης του μυθιστορήματος «The Memory Police». Η μνήμη είναι χάρισμα που όλοι θαυμάζουν αλλά γίνεται τυραννία στα χέρια ενός δικτάτορα.

– Μου λέτε, δηλαδή, ότι είμαστε η μνήμη μας;
– Ακόμη και στον τρόπο που αντιμετωπίζουμε τους άλλους, στον τρόπο που τους περιγράφουμε, μας θυμίζουν κάποιον ή κάτι άλλο. Εάν αποθηκεύσετε στη μνήμη σας έναν άνθρωπο, τον «μοιράζεστε» ύστερα με τους άλλους και έτσι αυτός διασώζεται, παραμένει ζωντανός ακόμη κι αν έχει πεθάνει. Είναι μια σχέση αυτή που οικοδομείται ανάμεσα σε εμάς και στους άλλους. Μια σχέση – ταύτιση.

– Κάπως έτσι οικοδομήθηκε και η δική σας σχέση με την «Αννα Φρανκ»;
– Θα μπορούσατε να το πείτε… Η Αννα Φρανκ ήταν περιορισμένη σε έναν πολύ στενό χώρο, κρυμμένη σε ένα μυστικό δωμάτιο (για 761 ημέρες) και αντιμετώπισε όλον αυτόν τον παραλογισμό γράφοντας. Μέσα από το ημερολόγιό της, την παρακολουθούμε να μεγαλώνει, να εκφράζεται, να βελτιώνεται. Γράφοντας, γνώρισε τον εαυτό της.

– Εχουν συγκρίνει το μυθιστόρημά σας με το «1984» του Οργουελ. Πώς στις αρχές του ’90, που το γράψατε, επινοήσατε ένα καθεστώς το οποίο στις μέρες μας δεν είναι πια επιστημονική φαντασία;
– Δεν είχα στο μυαλό μου τίποτα σχετικό. Ούτε περιέγραφα ούτε προέβλεπα κάτι που μπορεί να συμβεί… Αυτό που πραγματικά ήθελα να γράψω και να περιγράψω αφορούσε την προσωπική εμπειρία, τι σημαίνει να μη χάσω μια μνήμη ή να την προστατεύσω, να προστατεύσω τις αναμνήσεις. Ηθελα να μιλήσω γι’ αυτά τα πάθη, αυτούς τους ανθρώπους, που διαχειρίζονται το βαθύ και βαρύ συναίσθημα της μνήμης, το πιο αγαπητό, το οποίο ή φέρνει σε επαφή ή χωρίζει τον έναν από τον άλλον. Ουσιαστικά αναφέρομαι στην ίδια τη ζωή μου.

«Σιωπή και πειθαρχία»

i-mnimi-einai-i-oysia-toy-anthropoy0
Η πολυβραβευμένη συγγραφέας με τη δημοσιογράφο της «Κ» Μαρία Κατσουνάκη.

Μου ζητάει να της μεταφέρω τις εντυπώσεις μου από την Ιαπωνία. «Αντικρουόμενες: από τη μια πλευρά είναι μια κοινωνία συντηρητική και παραδοσιακή και από την άλλη μοντέρνα, καταναλωτική, που κινείται με μεγάλες ταχύτητες», της λέω. Παρατηρώ μια σύνθεση «σιωπής και πειθαρχίας». Τη ρωτώ τι κρύβεται πίσω από τη σιωπή.

«Πάντα κάτι κρύβεται», συναινεί. «Οταν σκέφτεστε την Ιαπωνία ή τους Ιάπωνες, υπάρχουν δύο λέξεις-κλειδιά: η αντίφαση και το χάος. Στην Ιαπωνία υπάρχει μια παράδοση, να δέχεται κανείς το χάος όπως είναι. Αντιλαμβανόμαστε ότι υπάρχουν αντιφάσεις, αλλά τις αποδεχόμαστε χωρίς να τις αναλύουμε. Μπορεί να έχει επηρεάσει τη νοοτροπία των Ιαπώνων η παραδοσιακή ιαπωνική θρησκεία (σιντοϊσμός). Σε αυτήν τη θρησκεία δεν υπάρχει ο Θεός αλλά χιλιάδες και εκατοντάδες χιλιάδες θεοί… Πιστεύουμε ότι ακόμη και σε ένα μικρό βότσαλο υπάρχει ένας θεός. Δεν ζούμε σε έναν κόσμο τον οποίο ο Θεός τακτοποίησε, αλλά σε έναν κόσμο με χάος και αντιφάσεις, στον οποίο εμείς, οι άνθρωποι, διατηρούμε την τάξη με τον δικό μας τρόπο».

– Στη λογοτεχνία σας ανιχνεύετε διαρκώς το «κρυμμένο» στους χαρακτήρες.
– Γράφω για αυτούς που βρίσκονται στο περιθώριο και κινδυνεύουν ανά πάσα στιγμή να εκπέσουν από την κοινωνία. Η φωνή τους είναι σχεδόν ψίθυρος. Αυτούς τους ανθρώπους πρέπει να ακούμε προσεκτικά, να τους δίνουμε προσοχή και να μεταφέρουμε στο χαρτί τα «λόγια» τους.

– Στην εποχή που όλα κινούνται με μεγάλη ταχύτητα, έχουμε πραγματικά χρόνο να σκεφτόμαστε σε βάθος;
– Είναι ο κατάλληλος χρόνος για να αναστοχαστούμε, να σκεφτούμε σε βάθος. Είναι ο κατάλληλος χρόνος για να διαβάσει κανείς, να κάνει μια βουτιά σε μια διαφορετική ροή χρόνου από αυτήν στην οποία ζει. Οταν γράφω, έχω κι εγώ μια λέξη-κλειδί: να μη βιάζομαι. Πρέπει να συντονίζομαι με τον χρόνο και τον ρυθμό των ηρώων της ιστορίας μου.

Ηθελα να είχα μια κοπέλα σαν την Αννα Φρανκ συμμαθήτρια

«Με αφορμή την “Αστυνομία της μνήμης” επισκέφθηκα το Αουσβιτς το 1995 για πρώτη φορά», θυμάται η Γιόκο Ογκάουα. «Τότε, συνάντησα ομάδες μαθητών από τη Γερμανία και το Ισραήλ και υπήρχε ένταση μεταξύ τους. Επιβίωνε ακόμη η συνείδηση θυτών και θυμάτων. Το 2015, όταν ξαναπήγα, η ατμόσφαιρα ήταν εντελώς διαφορετική. Κάθε επισκέπτης αναλογιζόταν το Ολοκαύτωμα ως ένα ζήτημα ανεξάρτητο από την εθνικότητα ή την προσωπική στάση του».

– Η μνήμη εξασθενεί;
– Ναι. Ολοι οι επιζώντες είναι πολύ ηλικιωμένοι και κάποια στιγμή θα φύγουν από τη ζωή. Δεν ισχύει αυτό μόνο για το Αουσβιτς αλλά και για τα θύματα της ατομικής βόμβας στη Χιροσίμα και στο Ναγκασάκι. Αυτό που έχει σημασία είναι να ακούμε τις φωνές που χάνονται σιγά σιγά και να τις καταγράφουμε γι’ αυτούς που δεν έχουν τέτοια βιώματα. Για να αντισταθούμε στο πέρασμα του χρόνου, πιστεύω ότι ο καθένας πρέπει να θεωρεί τις εμπειρίες των άλλων ανθρώπων ως δικό του ζήτημα. Αν αδιαφορεί, τότε και τα πιο αξιόλογα λόγια του κόσμου δεν θα εγγραφούν ποτέ στη μνήμη του.

– Η άγνοια της Ιστορίας αυξάνει τον φόβο για την επανάληψή της;
– Ναι, κατά κάποιον τρόπο. Οταν διάβασα το «Ημερολόγιο της Αννας Φρανκ», ήθελα να είχα μια τέτοια κοπέλα συμμαθήτρια στην τάξη μου. Σκεπτόμενη έτσι, η ιστορία της έγινε και δική μου ιστορία. Ταυτίστηκα μαζί της. Οταν επισκέφθηκα το Αουσβιτς, στην Πολωνία, και το Μουσείο του Ολοκαυτώματος, και παρακολούθησα εκθέσεις και εκθέματα, όπως τα δεκάδες παπούτσια, αναλογίστηκα τι θα μπορούσε να είχε συμβεί αν αυτά ήταν τα δικά μου παπούτσια. Ετσι πάντα σκέφτομαι τους νεκρούς, έτσι ώστε οι ιστορίες τους να μην ξεχαστούν, να μην καταστραφούν.