ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ

Αντ. Μπαρτζώκας: Η Ελλάδα έχει μάθει να διαχειρίζεται κρίσεις

Αντ. Μπαρτζώκας: Η Ελλάδα έχει μάθει να διαχειρίζεται κρίσεις

Σε πλήρη ετοιμότητα να συμμετάσχει σε εκδόσεις ομολόγων από εγχώριους επιχειρηματικούς ομίλους στην Ελλάδα είναι η EBRD, οι επενδύσεις της οποίας μέσα από την υλοποίηση των πρωτοβουλιών για την αντιμετώπιση της κρίσης, θα ξεπεράσουν τα 4 δις ευρώ.

Αυτό επισημαίνει στην συνέντευξή του στην «Κ» ο αναπληρωτής διευθυντής στο διοικητικό συμβούλιο της Τράπεζας, Αντώνης Μπαρτζώκας, εκτιμώντας ότι «οι Ελληνικές επιχειρήσεις με υψηλή παραγωγικότητα και οι συστημικές τράπεζες λόγω της εμπειρίας και της τεχνογνωσίας που έχουν αποκτήσει από την προηγούμενη κρίση είναι σε θέση να αντεπεξέλθουν και να απορροφήσουν ευκολότερα το σοκ ρευστότητας που δημιουργεί η πανδημική κρίση».

Ποιες επενδυτικές πρωτοβουλίες έχει δρομολογήσει η EBRD στην Ελλάδα για την αντιμετώπιση της οικονομικής ύφεσης;

Η απότομη διακοπή της οικονομικής δραστηριότητας επηρεάζει αρνητικά τη ρευστότητα των επιχειρήσεων ενώ μπορεί να επιφέρει υστέρηση στην ανάκαμψη της οικονομίας και αστοχίες στην κατανομή πόρων. Για την έγκαιρη αντιμετώπιση αυτών των προκλήσεων, η EBRD αποφάσισε να χρηματοδοτήσει τις ανάγκες της ΔΕΗ για κεφάλαια κινήσεως με 160 εκατ. ευρώ, να συνεργαστεί με το Ελληνικό Δημόσιο στη διαδικασία δόμησης και υλοποίησης των Συμπράξεων Δημοσίου και Ιδιωτικού Τομέα και να επικαιροποιήσει τις προτεραιότητες λειτουργίας των εταιρειών κεφαλαίου επιχειρηματικών συμμετοχών στις οποίες συμμετέχει. Επίσης, θα δοθεί έμφαση στη μετάβαση στη βιώσιμη οικονομία με την προετοιμασία προγραμμάτων δίκαιης μετάβασης για επιβαρυμμένες περιφέρειες και την προετοιμασία προγράμματος υποστήριξης εκδόσεων πράσινων εταιρικών ομολόγων στην Ελλάδα. 

Παράλληλα, μια σειρά από δραστηριότητες της Τράπεζας προσαρμόζονται στα νέα δεδομένα: το πρόγραμμα τεχνικής βοήθειας προς μικρομεσαίες επιχειρήσεις καλείται να απαντήσει σε νέες προκλήσεις, η χρονική διάρκεια των εξαγωγικών εγγυήσεων επεκτείνεται στα τρία χρόνια, οι επιχειρήσεις που ήδη συνεργάζονται με την Τράπεζα μπορούν να έχουν πρόσβαση σε βραχυπρόθεσμη χρηματοδότηση και η EBRD είναι σε ετοιμότητα να συμμετάσχει σε εκδόσεις ομολόγων από εγχώριους επιχειρηματικούς ομίλους.

Με βάση τη διεθνή εμπειρία των αναπτυξιακών τραπεζών, υπάρχουν πρόσθετα μέτρα αντιμετώπισης της κρίσης με δυνατότητα εφαρμογής στην Ελλάδα;

Υπάρχει πλούσια τεχνογνωσία που θα μπορούσε να αξιοποιηθεί. Ενδεικτικά αναφέρω: 

(i) Η ανακοπή της παγκοσμιοποίησης διεθνώς συνδυάζεται με το ανανεωμένο ενδιαφέρον των αναπτυγμένων χωρών για τις διεθνείς αναπτυξιακές τράπεζες διότι υπάρχει η εκτίμηση ότι μπορούν να υποκαταστήσουν σε κάποιο βαθμό διαδικασίες οικονομικής ολοκλήρωσης με τη δόμηση επενδύσεων στον ιδιωτικό τομέα. Οι Ελληνικές επιχειρήσεις αναζητούν στηρίγματα στις διεθνείς αγορές λόγω της στασιμότητας στην εγχώρια ζήτηση και εναπόκειται στην Πολιτεία να αξιοποιήσει τις δυνατότητες που προσφέρονται.

(ii) Βασική τάση της νέας κανονικότητας στις αγορές κεφαλαίων είναι η μαζική στροφή προς ασφαλέστερες τοποθετήσεις. Η εξέλιξη αυτή θα περιορίσει τους διαθέσιμους πόρους για επενδύσεις στην ενέργεια και τις υποδομές. Οι τεχνικές επιμερισμού του ρίσκου στα έργα υποδομής και η δυνατότητα σύνδεσης των επενδυτικών οχημάτων με μελλοντικές εισοδηματικές εισροές δεν είναι άγνωστες στην Ελληνική αγορά και θα μπορούσε να ενισχυθεί η επιλεξιμότητα τους για τη στήριξη της ανάκαμψης των επενδύσεων.

(iii) Για το ζήτημα της χρηματοδότησης της πραγματικής οικονομίας διαπιστώνουμε διεθνώς μια μετατόπιση του μείγματος πολιτικής από τις εγγυήσεις στη στοχευμένη πιστωτική επέκταση. Τα συγκριτικά πλεονεκτήματα της δεύτερης επιλογής είναι ο μεγαλύτερος βαθμός αξιοποίησης και η δυνατότητα προώθησης διαδικασιών οικονομικής αναδιάρθρωσης προς δραστηριότητες αυξημένης παραγωγικότητας.

(iv) Η διαχείριση της κρίσης έχει αναδείξει τη σπουδαιότητα συγκέντρωσης οικονομικών στοιχείων υψηλής συχνότητας που είναι διαθέσιμα σε πραγματικό χρόνο κατά την εξειδίκευση και την εφαρμογή μέτρων πολιτικής για τις επιχειρήσεις. Οι χώρες που είχαν έγκαιρα υιοθετήσει αυτές τις πρακτικές μπορούν σήμερα να σχεδιάσουν στοχευμένες πολιτικές με μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα.

Ποια είναι η εκτίμηση σας για το επενδυτικό κενό που ταλανίζει την ελληνική οικονομία;

Όπως γνωρίζετε, στο δημόσιο διάλογο γίνεται αναφορά σε επενδυτικό κενό 100 δισ. ευρώ και την αναγκαιότητα υιοθέτησης ενός νέου αναπτυξιακού προτύπου. Προτείνω να ξεκινήσουμε αντίστροφα; δηλαδή από τον κοινό τόπο των έγκυρων οικονομικών προβλέψεων που διαθέτουμε.

Για το 2020, προβλέπεται μείωση των επενδύσεων παγίου   κεφαλαίου τουλάχιστον κατά 25%. Στη συνέχεια οι μεσοπρόθεσμες εκτιμήσεις συγκλίνουν στη σταδιακή αύξηση των επενδύσεων χωρίς μεγάλες αποκλίσεις από τις εξελίξεις στην Ευρωζώνη. Για μια ρεαλιστική εκτίμηση, θα πρέπει να συνυπολογίσουμε την επενδυτική υστέρηση που θα προκαλέσει η επισώρευση χρέους και τις επιπτώσεις από τη μετακύλιση ρίσκου στον τραπεζικό σύστημα. Το σενάριο αυτό μπορεί να βελτιωθεί με δύο τρόπους. Πρώτο, με τη μεταφορά πόρων προς δραστηριότητες με μεγαλύτερο εισοδηματικό αποτέλεσμα και υψηλότερη παραγωγικότητα. Με δεδομένο τον περιορισμένο δημοσιονομικό χώρο, η επιλογή αυτή μπορεί να αποδώσει μόνο με μόχλευση ιδιωτικών κεφαλαίων και μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα στη διαχείριση Κοινοτικών πόρων. Ο δεύτερος τρόπος είναι η στήριξη της ανάκαμψης των επενδύσεων με πρακτικό πνεύμα και επιχειρησιακή προσέγγιση. Νέες δομές χρηματοδότησης μπορούν να αυξήσουν τις στρατηγικές επενδύσεις.

Οι συνθήκες λειτουργίας της αγοράς και η άρση των αντικινήτρων μπορούν να βελτιώσουν τις προοπτικές των μικρομεσαίων επιχειρήσεων. Οι δυναμικές επιχειρήσεις που βγήκαν ενισχυμένες από την κρίση αναζητούν νέες αγορές και θα μπορούσαν να ανταποκριθούν σε στοχευμένα κίνητρα ανάπτυξης καινοτομικών προϊόντων. Η εισροή κεφαλαίων μακροχρόνιας διάρκειας θα προκύψει μόνο όταν αρχίσει να διαμορφώνεται μια δεξαμενή δυνητικών επενδύσεων με φερεγγυότητα και δυνατότητα διεθνών συγκρίσεων της οικονομικής απόδοσης. Υπάρχουν τρεις κλάδοι της οικονομίας (ενέργεια, μεταφορές και ψηφιακή οικονομία) οι οποίοι μπορούν να αποτελέσουν κινητήριους μοχλούς της ανάκαμψης των επενδύσεων αν συνδυαστούν οι αναγκαίες διαρθρωτικές αλλαγές με την εξασφάλιση μακροχρόνιας χρηματοδότησης για τις επενδυτικές ευκαιρίες που θα προκύψουν.

Πως αποτιμάται η πενταετής δραστηριοποίησης της EBRD στην Ελλάδα;

Με την υλοποίηση των πρωτοβουλιών αντιμετώπισης της κρίσης, οι επενδύσεις της EBRD στην Ελλάδα θα ξεπεράσουν τα 4 δις ευρώ σε περισσότερα από 70 επενδυτικά προγράμματα. Οι επενδύσεις αυτές χαρακτηρίζονται από τεχνικοοικονομική επάρκεια και κατά περίπτωση αποσκοπούν στην κάλυψη του κενού χρηματοδότησης, στην αξιόπιστη τιμολόγηση του κινδύνου των ιδιωτικών επενδύσεων, και στον εξορθολογισμό των προσδοκιών κερδοφορίας. Μέχρι σήμερα, ο ρόλος της EBRD ήταν καταλυτικός στη στήριξη των συστημικών τραπεζών, τη συμμετοχή στις εκδόσεις εταιρικών ομολόγων, τις συγχρηματοδοτήσεις επενδύσεων μεγάλης κλίμακος, και τη στήριξη επενδυτικών αναγκών στους τομείς της ενέργειας και των αποκρατικοποιήσεων. Επίσης, πρωτοβουλίες όπως οι εγγυήσεις εξωτερικού εμπορίου και το στοχευμένο πρόγραμμα τεχνικής βοήθειας για εξαγωγικές επιχειρήσεις ήλθαν να καλύψουν διαχρονικές ανάγκες με θετική ανταπόκριση από την αγορά.

Η επιτυχής δραστηριοποίηση της EBRD στην Ελλάδα επιβεβαιώνει τη δυνατότητα να δρομολογηθούν άμεσα δομές χρηματοδότησης με ιδιωτικοοικονομικά κριτήρια στην Ελληνική οικονομία για την επόμενη πενταετία. Αν λάβουμε υπόψη ότι οι επενδύσεις της EBRD αφορούν τον ιδιωτικό τομέα, με εκτιμώμενη τριπλάσια μόχλευση κεφαλαίων, προκύπτει το συμπέρασμα ότι με συνέχεια πολιτικής και τεκμηριωμένη διαπραγμάτευση μπορούν να αξιοποιηθούν ανεκμετάλλευτες ευκαιρίες ενίσχυσης της διαδικασίας ανάκαμψης των επενδύσεων στην Ελληνική οικονομία. 

Είναι τελικά η κρίση ευκαιρία; Υπάρχουν κλάδοι που μπορούν να επωφεληθούν από την κρίση;

Οι απόψεις των οικονομολόγων για τις επιπτώσεις της κρίσης τελούν υπό αναθεώρηση, ανάλογα με τη χρονική διάρκεια και την ένταση της πανδημίας. Τα βραχυπρόθεσμα προβλήματα της Ελληνικής οικονομίας αφορούν τον τουρισμό και την ύφεση στην πραγματική οικονομία. Τα καλά νέα είναι ότι μπροστά σε μια πρωτοφανή κρίση ρευστότητας οι Ελληνικές επιχειρήσεις και οι συστημικές τράπεζες έχουν στο πρόσφατο παρελθόν αποκτήσει τεχνογνωσία διαχείρισης ρευστότητας και επιβίωσης σε συνθήκες αποκλεισμού από τις διεθνείς αγορές. Η εκτίμηση αυτή επιβεβαιώνεται από πρόσφατη μελέτη της Παγκόσμιας Τράπεζας στην οποία διαπιστώθηκε ότι οι Ελληνικές επιχειρήσεις με υψηλή παραγωγικότητα μπορούν ευκολότερα να απορροφήσουν ένα σοκ ρευστότητας.

Επίσης, από πρόσφατες παρουσιάσεις οίκων αξιολόγησης προκύπτει ότι η επιτυχής αντιμετώπιση της πανδημίας προσμετράται κατά την εκτίμηση των προοπτικών χρεοκοπίας των κλάδων της Ελληνικής οικονομίας, ενώ στη μεθοδολογία τους για το αξιόχρεο των εθνικών οικονομιών έχει προστεθεί και η εκτίμηση των προοπτικών οικονομικής ανάκαμψης. Είναι πλέον κοινή διαπίστωση ότι σε προηγούμενα επεισόδια οικονομικής ύφεσης είχαν υποτιμηθεί τα δομικά βάρη που συσσωρεύονται από μια παρατεταμένη ύφεση και προκαλούν υστέρηση στην ανάκαμψη των επενδύσεων και στασιμότητα στην οικονομική μεγέθυνση. Η νέα κανονικότητα που θα διαμορφωθεί μετά την κρίση θα περιλαμβάνει αλλαγές στην καταναλωτική συμπεριφορά, ριζική αναδιάρθρωση των εμπορεύσιμων υπηρεσιών, επέκταση της ψηφιακής οικονομίας και πολιτικές ενίσχυσης της βιώσιμης οικονομίας και των υπηρεσιών υγείας. Μια ώριμη οικονομία υπηρεσιών όπως η Ελληνική θα μπορούσε να εκμεταλλευτεί αυτά τα νέα δεδομένα αξιοποιώντας παράλληλα τις ευκαιρίες που θα προκύψουν από επενδυτικές πρωτοβουλίες οικονομικής  αναδιάρθρωσης στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.