ΔΕΛΤΙΑ ΤΥΠΟΥ

«Κλασική μουσική, όχι μόνο για ελίτ»

«Κλασική μουσική, όχι μόνο για ελίτ»

Οταν στις 23 Σεπτεμβρίου το Μέγαρο Μουσικής ανήγγειλε διαδικτυακά το πρόγραμμά του για την καλλιτεχνική περίοδο 2020-21, εκείνο που ίσως έλειψε σε όσους υπό κανονικές συνθήκες θα παρευρίσκονταν σε μια συνέντευξη Τύπου, δεν ήταν μόνο το χαλαρό κλίμα μιας υπαίθριας συνάθροισης, ο επιτόπιος ενθουσιασμός από την ανακοίνωση μεγάλων ορχηστρών ή η χάρτινη υφή ενός πλούσιου καταλόγου. 

Ετσι κι αλλιώς, όσα θα υλοποιήσει το Μέγαρο την ερχόμενη σεζόν, κορωνοϊού θέλοντος και καιρού επιτρέποντος, είναι εντυπωσιακά, ακόμα και ιδωμένα σε ένα μακροσκελές δελτίου Τύπου: ενδεικτικά, οι αρχιμουσικοί Ντάνιελ Μπάρενμποϊμ, Τόμας Χένγκελμπροκ και Βαλέρι Γκεργκίεφ, η ομάδα Batsheva Dance Company ή αφιερώματα σαν εκείνο στον Γιάννη Χρήστου (αλλά και στον Χρήστο Λαμπράκη, μιας και το 2021 συμπληρώνονται 30 χρόνια λειτουργίας του Μεγάρου), συνηγορούν ως προς αυτό.

Εκείνο που ίσως έλειψε περισσότερο, ήταν η ζωντανή συνομιλία με ανθρώπους όπως ο καλλιτεχνικός διευθυντής Γιάννης Βακαρέλης και ο πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου του ΟΜΜΑ (του Οργανισμού Μεγάρου Μουσικής Αθηνών), ο δικηγόρος Νίκος Πιμπλής. Ειδικά ο δεύτερος, όλο και κάτι ενδιαφέρον θα είχε να πει για θέματα διοικητικού, οικονομικού χαρακτήρα, εφόσον μιλάμε για έναν πολιτιστικό φορέα που τα προηγούμενα χρόνια δεν του έλειψε η σχετική κριτική. Επειδή ωστόσο μια συνέντευξη οφείλει να ξεκινάει λιγότερο άχαρα, ο Νίκος Πιμπλής καλείται κατ’ αρχήν να μιλήσει στην «Κ» για τις ελπίδες και το όραμά του μετά την ανακοίνωση ενός προγράμματος με τον αισιόδοξο τίτλο «Ξανά στο Μέγαρο». 

Να η απάντησή του: «Φιλοδοξία μας είναι το πρόγραμμα που εξαγγείλαμε να γίνει δεκτό ως μια επιστροφή σε έναν προγραμματισμό ποιοτικό και φιλόδοξο, ώστε να διευρυνθεί ο αντίκτυπος του Μεγάρου και η εντύπωση ότι κάτι καινούργιο έρχεται. Νομίζω ότι το στίγμα του προγράμματος είναι η επιστροφή σε έναν πιο διεθνή προσανατολισμό, ο οποίος είχε λείψει λόγω οικονομικών δυσχερειών. Μεγάλη προσδοκία και ευχή είναι να εκπληρώσουμε την ιδρυτική αποστολή του Μεγάρου, η οποία, παρόλο που είχε συχνά παρερμηνευθεί, είναι η διάδοση του πολιτισμού, με τον ευρύτερο δυνατό τρόπο, στα μεγαλύτερα δυνατά στρώματα της Ελλάδας. Να γίνει η μουσική, μαζί με τα εκπαιδευτικά προγράμματα, κτήμα όλο και περισσότερων. Το άνοιγμα στον κόσμο είναι κεντρικό μότο της αποστολής μας και θέλουμε, στη διάθεση της πολιτείας, να την εκπληρώσουμε προς όφελος όλων. Δεν θα ήθελα να βρίσκεται το Μέγαρο στη διάθεση μιας ελίτ, ενός περιορισμένου κύκλου που αγαπά την κλασική μουσική λόγω παιδείας και κοινωνικής προελεύσεως, αλλά να είναι ένα κέντρο πολιτισμού ανοιχτό, στη διάθεση των πολιτών, ώστε να διαδοθεί η κλασική μουσική στην Αθήνα και στην Ελλάδα».

Διακριτές αποστολές

Πόσο εύκολο όμως είναι να επιτευχθούν όλα τα παραπάνω σε μια πόλη με περισσότερους από έναν μεγάλους πολιτιστικούς οργανισμούς; Ο Νίκος Πιμπλής, χωρίς να μπαίνει σε έναν κύκλο ονομαστικής καταγραφής των άλλων φορέων, πιστεύει ότι η αποστολή του καθενός είναι διακριτή και συμπληρωματική. Στην περίπτωση του Μεγάρου, του οποίου η παρουσία στο λυρικό θέατρο είναι μικρότερη (και με δεδομένο ότι πλέον υπάρχουν και σκηνές με πιο εναλλακτικά προγράμματα), μιλάμε για τη συμφωνική, κλασική μουσική, για την οποία, μάλιστα, αίθουσες τέτοιας ποιότητας δεν υπάρχουν στη χώρα – πιθανόν σπανίζουν και στην Ευρώπη. «Είναι ευχής έργον να υπάρχει στην Ελλάδα μια προσφορά πολιτισμού που λειτουργεί απολύτως συμπληρωματικά», εκτιμά ο Νίκος Πιμπλής. «Νομίζω ότι τόσο οι άλλοι οργανισμοί που στο μεταξύ στηρίχθηκαν και λειτουργούν στην πόλη, όσο και το Μέγαρο που είναι παλαιότερο, συμπληρώνουν το παζλ και διευρύνουν την πολιτιστική προσφορά».

klasiki-moysiki-ochi-mono-gia-elit0
Ο πρόεδρος του Μεγάρου Μουσικής Νίκος Πιμπλής. Φωτ. ΝΙΚΟΣ ΚΟΚΚΑΛΙΑΣ

«Το Μέγαρο έχει χρόνιο πρόβλημα υποχρηματοδότησης»

Εχοντας συμμετάσχει ως νομικός σύμβουλος του Μεγάρου στη διάσωσή του το 2016 (η οποία τελικά προκρίθηκε καθώς, λόγω οικονομικής κρίσης, το Δημόσιο μείωσε τη λειτουργική επιχορήγησή του και έπαψε να χρηματοδοτεί την αποπληρωμή των δανείων του Μεγάρου), ο Νίκος Πιμπλής έχει σαφή άποψη για τα αποτελέσματά της και για τις τρέχουσες ανάγκες του οργανισμού. Το Μέγαρο τελεί υπό τον έλεγχο του Δημοσίου, ως μέρος της λύσης του 2016, η οποία περιγράφεται σχηματικά με τον όρο «κτίρια έναντι δανείων»: τα κτίρια του Μεγάρου, εκτιμώμενης αξίας από 630 μέχρι 800 εκατ. ευρώ, περιήλθαν στην κυριότητα του Δημοσίου, προκειμένου εκείνο να εξυπηρετήσει τα δάνεια του οργανισμού, που μαζί με τους τόκους δεν ξεπερνούν τα 326 εκατομμύρια. «Το Μέγαρο έχει εξυγιανθεί και το Δημόσιο είναι κερδισμένο. Ανέλαβε τη διοίκηση, και ο ΟΜΜΑ, υπό δημόσιο έλεγχο πλέον, θα διαχειρίζεται το κτιριακό συγκρότημα για τριάντα χρόνια. Αυτή ήταν η συναλλαγή, η οποία ήταν θετική», εξηγεί ο Νίκος Πιμπλής. 
Δηλαδή δεν υπάρχει καμία οικονομική πληγή ανοιχτή; «Το Μέγαρο έχει ένα χρόνιο πρόβλημα υποχρηματοδότησης, ως απότοκο της κρίσης», αποκρίνεται. «Η χρηματοδότησή του ήταν μικρότερη του 50% του προϋπολογισμού του, κάτι μοναδικό για οργανισμό τέτοιου βεληνεκούς. Τώρα που είναι υπό τον έλεγχο του Δημοσίου και υπηρετεί την πολιτεία, περιμέναμε την πρόθεσή της να το ενισχύσει και να αξιοποιήσει τον ρόλο του και τις ιδιαιτερότητές του. Δυστυχώς, πέσαμε πάνω στην πανδημία, μια δυσκολία που δεν μπορούσε να προβλέψει κανείς». Την τελευταία τετραετία, εξηγεί ο κ. Πιμπλής, η επιχορήγηση του Μεγάρου ήταν της τάξης των 4,5 εκατ., που μαζί με ορισμένες έκτακτες επιχορηγήσεις έφταναν τα 5,5 εκατ. Ο ισολογισμός του προσεγγίζει τα 12 εκατ., επομένως οι ίδιοι πόροι ανέρχονται στα 6,5 εκατ. Το κύριο μέρος των τελευταίων προέρχεται από συνέδρια, έπειτα από εισιτήρια παραστάσεων και κατόπιν από εκδηλώσεις τρίτων κ.λπ. «Φέτος όμως, το χτύπημα είναι διπλό. Οχι μόνο βρισκόμαστε σε εποχή ανεπαρκούς χρηματοδότησης, αλλά δεν υπάρχουν και τα υπόλοιπα έσοδα», επισημαίνει και συνεχίζει: «Το Μέγαρο έχει απώλεια εσόδων που κατ’ εκτίμηση αγγίζει τα 5 εκατ.: 3 από τα συνέδρια, 1,5 από τα εισιτήρια και μισό από τα παρελκόμενα. Επιπλέον, δεν έχουμε στήριξη της μισθοδοσίας από ειδικά κονδύλια, όπως π.χ. συμβαίνει με τους μουσικούς της Εθνικής Λυρικής Σκηνής, που είναι εκτός προϋπολογισμού του οργανισμού και μισθοδοτούνται απευθείας από το ελληνικό Δημόσιο». 

Πώς θα καλυφθεί τέτοιο κενό; «Νομίζω με τον ίδιο τρόπο που θα καλυφθούν τα κενά και τα ελλείμματα όλων των κρατικών πολιτιστικών οργανισμών και φορέων: με πρόσθετες επιχορηγήσεις. Είναι μια κίνηση, αν μου επιτρέπετε, imposé, επιβεβλημένη. Ή θα πάμε σε μια εποχή διογκούμενων ελλειμμάτων ή θα πάμε σε μια εποχή καλύψεώς τους από το Δημόσιο. Το γεγονός ότι είμαστε στον ευρύτερο δημόσιο τομέα είναι μια διασφάλιση, αλλά και ένας τρόπος ώστε και η πολιτεία να διασφαλίσει τη λειτουργία ενός πολύτιμου οργάνου άσκησης πολιτιστικής πολιτικής». 

Ωστόσο, ένας πολίτης που δεν αγαπά την κλασική μουσική, ίσως δυσανασχετούσε με τη διάθεση των φόρων του σε έναν τόσο μεγάλο υπηρέτη της. Εδώ, ο κ. Πιμπλής, αφού αναφερθεί στις εκδηλώσεις του Κήπου του Μεγάρου, επισημαίνει κάτι παραγνωρισμένο: «Δεν είναι ζήτημα μετρήματος», λέει, «αλλά προσφοράς του ελληνικού Δημοσίου στους πολίτες. Και δεν είναι θέμα μετρήματος για έναν ακόμα λόγο, που γνωρίζουν καλά όσοι ασχολούνται με τον πολιτισμό: δεν υπάρχει πολιτιστικός οργανισμός, κρατικός ή ιδιωτικός, με πλεόνασμα. Η λειτουργία των concert halls, των μουσικών οργανισμών, των κρατικών θεάτρων, είναι εξ ορισμού ελλειμματική». Ενας επιπλέον τρόπος ενίσχυσης, με τον οποίο ο κ. Πιμπλής μοιάζει να κλείνει το κεφάλαιο των οικονομικών προβλημάτων (και αφού στο μεταξύ εξηγήσει αναλυτικά γιατί οι υποδομές του Μεγάρου δεν εμπνέουν ούτε υγειονομικές ανησυχίες), είναι οι ιδιωτικές χορηγίες. «Είναι γενικό ζητούμενο να δοθούν μεγαλύτερα φορολογικά κίνητρα σε επιχειρήσεις, ώστε οι πολιτιστικές χορηγίες να εκπίπτουν από τα φορολογητέα τους έσοδα. Οι δράσεις εταιρικής κοινωνικής ευθύνης εκπίπτουν, αλλά το αν σε αυτές εντάσσονται οι πολιτιστικές χορηγίες παραμένει με ερωτηματικό για τις υπηρεσίες του υπουργείου Οικονομικών. Διευκρινίσεις τέτοιου τύπου, καλό θα είναι να δοθούν. Υπάρχει μεγάλη συμφωνία σε όλους όσοι ασχολούνται με το θέμα».