ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΑΝΑΓΝΩΣΤΩΝ

Τα σταφύλια της στοργής

grammata-anagnwstwn--12

Κύριε διευθυντά
Ο παππούς μου ο Γεροπλιώτας και η γιαγιά μου η Νεράτζω, οι γονείς της μάνας μου, ήσαν διαφορετικοί χαρακτήρες. Εζησαν αρμονικά κι αγαπημένα όλα τα χρόνια της μακρόβιας ζωής τους. Με την τίμια και ακαταπόνητη δουλειά τους έκαναν μεγάλη προκοπή και άφησαν αγαθή μνήμη στους συγχωριανούς τους.
Το πρωτότοκο παιδί τους ο Παναγιώτης, υπηρετώντας τη θητεία του, έπεσε το 1922 στην περιοχή της Ξάνθης, υπέρ της αγωνιζόμενης πατρίδας.

Ο αγιάτρευτος πόνος από τον χαμό του πρώτου τους παιδιού τούς έδεσε περισσότερο. Τα πέντε άλλα τους παιδιά και η Γειτόνισσά τους, η Μεγαλόχαρη, που της είχαν αφιερώσει το όνομα του πεσόντος ήρωα, τους έδιναν κουράγιο να συνεχίσουν τον σκληρό αγώνα της επιβίωσης. Τα χρόνια κύλησαν. Οι παππούδες είδαν πολλά εγγόνια και δισέγγονα. Ηρθαν τα γηρατειά. Αρχισαν να σκέφτονται τα… παρακάτου!.. Ο παππούς μου, καθαρή και στοργική ψυχούλα, φοβόταν τον θάνατο. Η γιαγιά μου, η Νεράτζω, ήταν ατρόμητη. Είχε από καιρό ετοιμάσει τη γνωστή μεγάλη πάνινη σακούλα και εκεί μέσα είχε όλα τα προβλεπόμενα για το «ταξίδι». Και για τους δυο τους. Κάθε τόσο έκανε έλεγχο για να διαπιστώνει την καλή κατάσταση του περιεχομένου. Ο παππούς μου, βλέποντάς τη να ψαχουλεύει κάθε τόσο τη σακούλα, της έλεγε με θυμό: «Νεράτζω θα την πετάξω στη φωτιά τη σακούλα. Ούλο εκεί είναι το μυαλό σου».

Η Νεράτζω βλέποντας τις διάφορες ανημπόριες των γηρατειών έλεγε συχνά στον παππού μου: «Γιώργη, άιντε να μας πάρει ο Θεός, να ξενοιάσουμε, να ησυχάσουν και τα παιδιά». Ο παππούς μου θύμωνε και της έλεγε: «Τι βιάζεσαι να φύγεις; Λες ότι σου ’χουν μαγερεμένο την πέρα μεριά;» (στο νεκροταφείο).

Ο παππούς μου τελικά πήγε πρώτος στην… πέρα μεριά. Ξημέρωναν Χριστούγεννα του 1961. Ολα ήσαν κατάλευκα, όλα τα είχε σκεπάσει το χιόνι!

Η Νεράτζω, που… βιαζόταν, πήγε τον Αύγουστο του 1964. Η σακούλα βρέθηκε και ήταν άψογη. Ολα μέσα. Καθαρά, σιδερωμένα, κατά την τάξη και κατά τα έθιμα.

Τα σταφύλια της κληματαριάς, στη βεράντα του σπιτιού της, θύμιζαν εκείνα τα σταφύλια που της πρόσφερε ο πάντα στοργικός παππούς μου, όταν πήγε να τη ζητήσει από τον πατέρα της, εκεί προς στο λυκόφως του 19ου αιώνα!

Μιχαλης Ι. Μιχαλακοπουλος, Γορτυνία