ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΑΝΑΓΝΩΣΤΩΝ

Ελληνικός εμφύλιος, μνήμες και διάλογος

14grammata--5

Κύριε διευθυντά
Το «Το χρονικό ενός φονικού» –23/5/2020– του κ. Ηλία Μαγκλίνη, εφάμιλλο σε ηθελημένη ξηρότητα ύφους και συθέμελο αποτέλεσμα με σελίδες του Σταντάλ, υπήρξε η αιτία να θυμηθώ ότι προ έτους σας είχα στείλει ένα γράμμα για τη μορφή της εξουσίας, όπως αυτή ασκήθηκε στην Ελλάδα, σε εκείνες τις περιοχές που είχε απελευθερώσει το ΕΑΜ-ΕΛΑΣ. Το γράμμα αναφερόταν σε εργασία των κ. Καλύβα και Καλογρηά και δεν δημοσιεύθηκε. Επειδή νομίζω ότι όσα έγραφα τότε επιμαρτυρούνται από το δημοσίευμα του κ. Μαγκλίνη, σας το ξαναστέλνω. Oχι με την έννοια της ανάξεσης ανεπούλωτων πληγών, που ούτε και ο εκλεκτός συνεργάτης σας επιχειρεί (ίσα-ίσα, όλα τα κείμενά του είναι κάτι περισσότερο από συγχωρητικά – είναι κείμενα αλληλοπεριχώρησης μέσα από την αμοιβαιότητα της ενοχής, της ευθύνης και της συμφιλιωτικής υπέρβασης, στις οποίες και ο γράφων πιστεύει), παρά και μόνο για να βγει σε πρώτη γραμμή η ανάγκη ακριβέστερης ιστορικής αποτύπωσης μιας φοβερής σε πάθη όσο και αξιοσημείωτης σε μεγαλείο περιόδου της χώρας μας. Το κείμενο εκείνης της επιστολής είχε ως εξής:

Στη σελίδα 54 της αξιόλογης εργασίας των κ. Στάθη Καλύβα και Βάιου Καλογρηά «Εμφύλιος Πόλεμος» της σειράς «Εθνικές κρίσεις» (σημαντική προσφορά της «Κ» στους αναγνώστες της), διάβασα την εξής πρόταση:…

…«Συνεπώς, το ερώτημα δεν ήταν αν το ΚΚΕ ήθελε από το φθινόπωρο του 1944 να κατακτήσει την εξουσία, αλλά ότι δεν ήθελε να τη χάσει, εφόσον η “Ελεύθερη Ελλάδα” είχε απλωθεί στο 90% του εδάφους της χώρας μετά την απελευθέρωση»…

Η παρατήρηση αυτή μου θύμισε τα λόγια ενός διακεκριμένου διανοητή της Αριστεράς, ο οποίος το 1950, όταν τον συνάντησα, φοιτητής στη Θεσσαλονίκη, έπειτα από πολλά χρόνια, και τον ρώτησα πώς βλέπει τα πράγματα, μου είπε επί λέξει: «Πώς θέλεις να τα βλέπω, που χάσαμε την Ελλάδα μέσα από τα χέρια μας!». Η εύστοχη παρατήρηση των συγγραφέων αποδίδει την πραγματικότητα. Επειδή όμως σε προηγούμενη σελίδα αναφέρεται (κατά το νόημα) ότι η (ΕΑΜική) εξουσία του ΚΚΕ βασιζόταν στην ένοπλη ισχύ του ΕΛΑΣ, θα ήθελα να σημειώσω ότι αυτό είναι ακριβές, αλλά εν μέρει. Διότι ο ΕΛΑΣ ήταν όπως ο στρατός που σε ένα κράτος προορίζεται κυρίως για την εθνική άμυνα και μόνο σε εξαιρετικές περιστάσεις μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την εσωτερική ασφάλεια, η οποία ανατίθεται στη χωροφυλακή και εδραιώνεται με τους μηχανισμούς λειτουργίας του κρατικού οικοδομήματος.

Εν προκειμένω, διαφεύγει ίσως η βαρύνουσα σημασία του συστήματος εσωτερικής ασφαλείας, που είχε εμπεδωθεί στην «Ελεύθερη Ελλάδα». Η Πολιτοφυλακή και τα δίκτυα μεταφοράς και εφαρμογής της «λαϊκής εξουσίας», μέσω ποικίλων συλλογικών οργανώσεων που η παρουσία τους εισχωρούσε στα άδυτα του τελευταίου καλυβιού της υπαίθρου χώρας, είχαν στερεώσει ένα σιδηροπαγές σύστημα με όλα τα χαρακτηριστικά των ιστών της αράχνης. Καμιά ρουτίνα δεν είχε λειάνει ακόμη τις αιχμηρές γωνίες αυτού του συστήματος, που είχε ξεπεράσει τα σύνορα της μειοψηφικής λαϊκής συμμετοχής, αλλά είχε καταστεί αφόρητα καταπιεστικό για τους σιωπηλούς μη ψυχικά συμμετέχοντες.

Κύριε διευθυντά, το κεφάλαιο εκείνης της πραγματικής «Πρώτη φορά Αριστερά» (διότι η τσιπρική περίοδος είναι ένας μακρινός απόηχος), την οποία έχουν βιώσει οι απελθούσες (και κατά ελάχιστα υπόλοιπα απερχόμενες) γενεές των Ελλήνων, παραμένει ουσιαστικά ανεξερεύνητο. Οι άξιοι δύο συγγραφείς, ας δώσουν (ή και ας λάβουν) αφορμή με το έργο τους «Εμφύλιος Πόλεμος» να γίνει μια αντικειμενική και εις βάθος εξιστόρηση εκείνης της μοναδικής περιόδου.

Γερασιμος Μιχαηλ Δωσσας, Θεσσαλονίκη