ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΑΝΑΓΝΩΣΤΩΝ

Μεταξύ δημοτικής και καθαρεύουσας

Μεταξύ δημοτικής και καθαρεύουσας

Κύριε διευθυντά
Με αφορμή το άρθρο του εκλεκτού συνεργάτη σας κ. Τ. Θεοδωρόπουλου με τίτλο «Γιατί φοβόμαστε την καθαρεύουσα;» στο φύλλο της Κυριακής 14.6.20, θα ήθελα να καταθέσω εν συντομία την άποψή μου. Πολύ συχνά διαβάζουμε ή ακούμε να λένε ότι η γλώσσα μας κρατά από τον Ομηρο, ότι είναι ενιαία και συνεχής και ότι διαρκώς εμπλουτίζεται. Πολύ σωστά. Εν τω μεταξύ όμως, ηθελημένα θέτουμε στεγανά και διαχωριστικές γραμμές ανάμεσα στην καθαρεύουσα και στη δημοτική, μορφές της ίδιας μας της γλώσσας. Με ποικίλες αδυναμίες η καθεμιά και με ακραίες αρνητικές εκφάνσεις, από τη μια τον λογιοτατισμό και τις εγγενείς δυσκολίες του και από την άλλη τον μαλλιαρισμό και την επιδεκτικότητα σε ανόητη γλωσσοπλαστία που ρεζιλεύει τα ελληνικά μας.

Περίμενα με ενδιαφέρον να δω πού θα καταλήξει και τι θα προτείνει ο αρθρογράφος: «Τη λόγια ελληνική γλώσσα… με ό,τι τούτο μπορεί να σημαίνει». Ισως να μην είμαι σε θέση να εμβαθύνω! Υπάρχει πάντως και μία ζώνη αλληλοεπικάλυψης, αρκετά πλατιά όπου η μια μορφή γλώσσας δίνει το χέρι στην άλλη, ο ομιλών ή γράφων κάνει αυθόρμητα χρήση του περιεχομένου της με αποτέλεσμα η απόδοση να είναι κατά το δυνατόν τελειοποιημένη, καταληπτή από τον πλέον αγράμματο μέχρι τον εξαιρετικά μορφωμένο.

Αυτή ονομάζεται καθομιλουμένη, προσιτή απ’ όλα τα επίπεδα γνώσης, πλούσια, γραμματικά και συντακτικά σωστή διότι πηγάζει από δύο δομημένες μορφές έκφρασης, ανοιχτή στους πολλούς. Και προπαντός εύχρηστη.

Νομίζω αυτά είναι τα ελληνικά μας κι αυτά αρκετοί μιλάμε!

Στρατης Αλ. Μολινος, Αθήνα