ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΑΝΑΓΝΩΣΤΩΝ

«Παράδοξος καιρός εις τον οποίον ζούμεν»

grammata-anagnwstwn--17

Κύριε διευθυντά
Ας μου επιτραπεί να μετατρέψω σε «μέρες που έρχονται» το «μέρα που έρχεται», το οποίο χρησιμοποίησε προσφάτως, εννοώντας την 25η Μαρτίου, ο εκ των λαμπρών επιτελικών συνεργατών της «Κ» Κώστας Λεονταρίδης στην επίκαιρη, όχι μόνο επετειακά αλλά διαχρονικά, υπόμνηση της πίκρας του λόρδου Βύρωνα για τη «μηχανορράφα, πανούργα και ανήσυχη γενιά» των Ελλήνων «που τόσο αγάπησε». Κι αυτό, επειδή αναφέρομαι όχι μόνο στην επέτειο της εθνεγερσίας, αλλά και στις μέρες του Πάσχα που ακολουθούν και που ήταν οι τελευταίες του, κατά τον Κάλβο, «Κασταλίου Κύκνου», εκείνο το Πάσχα του 1824 στο Μεσολόγγι. «Απαρηγόρητα θρηνεί μεταξύ των χαρμοσύνων του Πάσχα ημερών η Ελλάς, διότι αιφνιδίως στερείται από τας αγκάλας της τον πολυτιμότατον αυτής ευεργέτην…» γράφει στο κύριο άρθρο της η εφημερίδα «Ελληνικά Χρονικά» του Μεσολογγίου στις 7 Απριλίου 1824. Και ο Σπυρίδων Τρικούπης θα τον νεκρολογήσει με έναν επικήδειο «άξιον να μνημονεύεται εις την ιστορίαν», γράφει ο Διονύσιος Κόκκινος.

Επειδή πολύς φιλότιμος κόπος καταβάλλεται για την αποδόμηση του ’21 και την αναγωγή του σε «ευρωπαϊκό» επίτευγμα, αποστειρωμένο από το αίμα των Ελλήνων και από τα ιερά κόκαλά τους –κατά τον Διονύσιο Σολωμό, που (Σεφέρης) «δεν ήξερε ελληνικά»!– αξίζει ίσως να αποσπάσουμε από αυτόν τον επικήδειο δυο-τρεις παραγράφους για να δούμε τι έλεγε τον καιρό εκείνο ο Τρικούπης και τι άκουγαν οι στρατηγοί που με σκυμμένα κεφάλια και μάτια κλαμένα στέκονταν τιμητική φρουρά στο φέρετρο του μεγάλου νεκρού: «Ενας άλλος συλλογισμός μού έρχεται εις τον νουν […] Ακούσατε, Ελληνες με προσοχήν αυτόν τον συλλογισμόν, επειδή θέλω να γενή και συλλογισμός δικός σας και συλλογισμός παντοτινός. Πολλά εστάθησαν τα λαμπρά έθνη εις τον κόσμον, αλλά ολιγώταταις οι εποχές της αληθινής του λαμπρότητος. Ενα όμως φαινόμενον λείπει από τα χρονικά όλου του κόσμου, διά το οποίον εδίσταζεν αν ποτέ ημπορεί να φανή και αυτός ο παρατηρητικός νους της φιλοσοφίας. Ολα σχεδόν τα έθνη της γης έπεσαν από τα χέρια του ενός εις τα χέρια του άλλου αυθέντου. Κάποτε εκαλλιτέρευσαν. Κάποτε εχειροτέρευσαν. Πουθενά όμως το μάτι του ιστορικού δεν είδε κανένα έθνος κατασκλαβωμένον από βαρβάρους, και μάλιστα βαρβάρους ριζωμένους από αιώνας εις αυτό το έθνος, δεν το είδε, λέγω, να ξεσκλαβωθή αφ’ εαυτού του! Ιδού το φαινόμενον τούτο σήμερον παρρησιάζεται κατά πρώτην φοράν εις τον κόσμον και φαίνεται εις μοναχήν την Ελλάδα, ναι, εις μοναχήν την Ελλάδα φαίνεται. Το βλέπει μακρόθεν ο φιλόσοφος και χάνει τον δισταγμόν του, το βλέπει ο ιστορικός και ετοιμάζεται να το διηγηθή ως νέαν αποκάλυψιν της τύχης των εθνών. Το βλέπει ο πολιτικός και γίνεται σκεπτικώτερος και προφυλακτικώτερος. Τόσον παράδοξος είναι ο καιρός εις τον οποίον ζούμεν, αγαπητοί μου Ελληνες. Η επανάστασις της Ελλάδος δεν είναι εποχή του έθνους μας μόνον. Είναι εποχή όλων των εθνών, όλων των αιώνων, επειδή, καθώς σας είπα, είναι φαινόμενον μοναδικόν εις την πολιτικήν κατάστασιν των εθνών».

Γερασιμος Μιχαηλ Δωσσας, Θεσσαλονίκη