ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΑΝΑΓΝΩΣΤΩΝ

Ο «Κωλέτης», προστάτης των ολιγοδέκαρων

Κύριε διευθυντά
Πριν από λίγο καιρό με έφεραν τα βήματά μου στο αγνώριστο πλέον κέντρο της Αθήνας. Χωρίς να το θέλω, χωρίς να το καταλάβω, με διαπέρασε μία κατήφεια, που μου χάλασε την καλή διάθεση. Για να ανακάμψω, αντέδρασα κεραυνοβόλα. Πήρα με βήμα ταχύ την 3η Σεπτεμβρίου και έστριψα δεξιά στη γωνία με Σατωβριάνδου. Βρέθηκα στον χώρο όπου υπήρχαν τα παλιά ιστορικά στέκια: Το καφενείο «Στέμμα» και το εστιατόριο «Η Ευρώπη». Στάθηκα απέναντι, έκλεισα τα μάτια μου και με τα γοργόφτερα της μνήμης ταξίδεψα στη δεκαετία του 1960! Τα Σαββατοκύριακα δεν έπεφτε καρφίτσα στο, ως επί το πλείστον, γορτυνιοκρατούμενο καφενείο. Ολες οι ηλικίες εκεί. Παλιοί και νέοι Αθηναίοι. Ολα τα χωριά με πλούσια εκπροσώπηση. Οι ειδήσεις, τα ευχάριστα και τα δυσάρεστα, εκεί κυκλοφορούσαν πρώτα και μετά περνούσαν στις γειτονιές, στα χαμόσπιτα και τα αυθαίρετα της περιφέρειας. Εκεί αναζητούσαν δουλειά οι μεροκαματιάρηδες. Εκεί συγχωριανοί, κοντοχωριανοί, συμμαθητές, φίλοι, αντάλλαζαν τα νέα τους και χαίρονταν το αντάμωμα με γνωστά και αγαπημένα πρόσωπα… Δίπλα από το «Στέμμα» λειτουργούσε το ευρωπαΐκών προδιαγραφών αρχοντικό εστιατόριο «Η Ευρώπη». Με βαρύ διάκοσμο, εξαιρετικά φωτιστικά, διαλεχτή πελατεία.

Εμείς, φοιτητάκια τότε και φτωχαδάκια, ούτε σκεφτόμαστε να μπούμε στην «Ευρώπη» για να φάμε κάτι. Κάποια Κυριακή όμως με πήρε από το «Στέμμα», με το ζόρι, ο νουνός μου και με πήγε δίπλα να μου κάνει το τραπέζι. Φώναξε τον Νίκο τον μάγειρα και χαιρετήθηκαν. Μου τον συνέστησε. Νίκος Παλυβός. Ο κυρ-Νίκος, μου είπε με τρόπο, που έδειχνε άνθρωπο καλόκαρδο και πονόψυχο: «Οταν έρχεσαι εδώ να φας θα με φωνάζεις για να σε περιποιέμαι. Εμένα με φωνάζουν Κωλέτη».

Πήγα αρκετές φορές. «Ο Κωλέτης» είχε επινοήσει διάφορους τρόπους για να ενισχύει τους πεινασμένους και ολιγοδέκαρους πελάτες της επιχείρησης. Αυτό γινόταν με γνώση και συγκατάθεση του ιδιοκτήτη, κάποιου Ζούζουλα από την Τρίπολη, καλού ανθρώπου. Οι προστατευόμενοι του Νίκου παραγγέλναμε φτηνά φαγητά. Ο Νίκος τα φρόντιζε και τα έκανε χορταστικά και δυναμωτικά. Τη μακαρονάδα των 2, 50 δραχμών την έλουζε με μπόλικη σάλτσα από κρέας και από κάτου εύρισκες κάποιο μικρό κομμάτι, από αρνί, από κοτόπουλο, από μοσχάρι. Κάτω από την ενισχυμένη μερίδα του ρυζιού εύρισκες κάνα κεφτέ. Εβλεπες στο πρόσωπό του τον ευαίσθητο άνθρωπο, που ένιωθε τη φτώχεια και την πείνα και προσπαθούσε να βοηθήσει, όσο τον έπαιρνε, με τον δικό του τρόπο, στους δύσκολους εκείνους χρόνους, που ο κόσμος λαχταρούσε την τροφή και υποβαλλόταν σε μεγάλες στερήσεις για να βελτιώσει τη ζωή του.

Κάνοντας σε εκείνο το σημείο αυτή την αναδρομή στα περασμένα, βυθισμένος νοσταλγικά στις εικόνες του 1963, 1964, 1965, μου ήρθε ξαφνικά μια μυρουδιά από φαγητά από το κτίριο που ήταν απέναντί μου. Δεν θύμιζε σε τίποτα τις θεϊκές σπεσιαλιτέ του «Κωλέτη». Δεν υπήρχε το όνομα «Ευρώπη». Δεν ήταν η Ευρώπη. 

Απομακρύνθηκα γρήγορα, ξαλαφρωμένος, για να διατηρήσω ανόθευτες μέσα μου τις τρυφερές μνήμες των αλλοτινών εκείνων καιρών!

Μιχαλης Ι. Μιχαλακοπουλος, Γορτυνία