ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΑΝΑΓΝΩΣΤΩΝ

Οταν διαλύεται η ομίχλη της μνήμης

grammata-anagnwstwn--5

Κύριε διευθυντά
Ηταν 1952 ή 1953; Οκτώ ή εννέα χρόνων. Σ’ ένα νεόχτιστο χωριό στους κάμπους της Ουγγαρίας, πιο πέρα κυλούσε ο Δούναβης «Γκερεγκφάλοου» τ’ όνομα του χωριού, δηλ. «Ελληνοχώρι», ύστερα το είπαν «Μπελογιάννης» προς τιμήν του «λαϊκού ήρωα» Ν. Μπελογιάννη, που εκτέλεσαν στην Ελλάδα οι «μοναρχοφασίστες». Το χωριό γεμάτο Ελληνες και Σλαβομακεδόνες. Τι μας έκανε να χωριζόμαστε με τους Σλαβομακεδόνες; Τι μας έκανε να χωριζόμαστε με τους Σλαβομακεδόνες και εμείς τα παιδιά να έχουμε ατέλειωτους πετροπoλέμους; Ακόμα αναρωτιέμαι…

Αλλοι πολιτικοί πρόσφυγες, αντάρτες και κομμουνιστές, με μια υπεροψία, και άλλοι, ίσως οι περισσότεροι, όμηροι των ανταρτών του ΔΣΕ, που τους έσυραν μαζί τους σαν «λάφυρα» από τα βουνά της Ηπείρου στις πεδιάδες των Μαγυάρων. Για να φτάσουμε, διασχίσαμε τη Μεσόγειο με πολωνικό φορτηγό πλοίο «Κοσιούσκο» το όνομά του… Από το Δυρράχιο της Αλβανίας περάσαμε το Γιβραλτάρ και τα στενά της Μάγχης, στρίψαμε δεξιά στη Βαλτική Θάλασσα, για να φτάσουμε στο λιμάνι προορισμού, το Ντάντσιχ, που μετά το 1945 προσαρτήθηκε στην Πολωνία και βαπτίστηκε Γκντανσκ. Το ταξίδι 12 μερόνυχτα, βρώμα και δυσωδία, έμετος και ζάλη. Στο Γιβραλτάρ ο μπαλωματής Σωτηρέλης Βενέτης διέδωσε ότι θα κάνουν νηοψία οι Αγγλοι στο πλοίο και έτσι θα μας γυρίσουν στην Ελλάδα. Αυτό θεωρήθηκε από την ελληνική κομματική ηγεσία του πλοίου «δάκτυλος της αντίδρασης». Και ο Σωτηρέλης πλήρωσε την αφελή του προσδοκία με τέσσερα χρόνια φυλακή, δίχως δίκη, όταν φτάσαμε στην Ουγγαρία. Από το Ντάντσιχ με τρένα στην Ουγγαρία. Ολα αυτά τον Νοέμβριο του 1949, λίγο μετά την ήττα του ΔΣΕ στην Ελλάδα. Μια μέρα ήρθαν οι αντάρτες να πάρουν τη μεγαλύτερη αδελφή μου 13-14 ετών, να την πάνε σε τεχνική σχολή στη Βουδαπέστη, να μάθει… τορναδόρισσα. Η μάνα μου αντιστέκεται, δεν τη δίνει, τρέχει και η, μακαρίτισσα και αυτή πια, θειάκω Αγγέλω Μπαρτζώκη να τη βοηθήσει. Ενας ανάρτης της ρίχνει μια τέτοια κλωτσιά, που την έστειλε στο νοσοκομείο για 15 ημέρες. Ετσι οι αντάρτες κατόρθωσαν να πάρουν την αδελφή μου. Γι’ αυτό δεν τη θυμάμαι όταν, αργότερα, η μητέρα μου, κρυφά από την κομματική ηγεσία του χωριού, μαζί με άλλες γυναίκες και παιδιά, με οδηγό τον ψάλτη Πέτρο Παπανικόλα, επιβιβαστήκαμε σε μια μαούνα στον Δούναβη για να εκκλησιαστούμε και να μεταλάβουμε σε ένα ορθόδοξο ναό, σέρβικου χωριού, δυο – τρεις ώρες απόσταση από το «Μπελογιάννη». Ακόμα θυμάμαι τις φωταψίες από τα κεριά της ορθόδοξης εκκλησίας και τα εκφραστικά πρόσωπα των Σέρβων χωρικών, που μας παρατηρούσαν γεμάτα περιέργεια…

Το 1954 επιστρέψαμε στην Ελλάδα ως βιαίως απαχθέντες από τους αντάρτες του λεγόμενου ΔΣΕ. Πέρασαν τα χρόνια, ήταν η τελευταία Κυριακή του Ιουνίου του 2004. Τα μεγάλα εκφραστικά μάτια του φαλακρού με μουστάκια Σέρβου που με παρατηρούσαν εκείνη τη μακρινή εποχή του 1952, σε μια ορθόδοξη εκκλησία ενός σέρβικου χωριού, στους κάμπους της Ουγγαρίας, ήρθαν στη σκέψη μου από τις ομίχλες της μνήμης…

– Μάνα, θυμάσαι το σέρβικο χωριό στην Ουγγαρία, που με πήγες να μεταλάβω;

– Πώς δεν θυμάμαι, παιδάκι μου…

Το βράδυ κοιμήθηκε, χωρίς ποτέ πια να δω ζωντανή τη μορφή της. Πέθανε στον ύπνο πλήρης ημερών. Ηρεμα, ανώδυνα, ειρηνικά και ανεπαίσχυντα…

Αντωνης Βενετης, Μοναστηράκι Δωρίδος