ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΑΝΑΓΝΩΣΤΩΝ

Για όσους διαβάζουν μιαν εφημερίδα

Kύριε διευθυντά
Το άρθρο («Για όσους μάς διαβάζετε τσάμπα») του Κωνσταντίνου Ζούλα στο φύλλο σας του Σαββάτου (19 τρέχοντος) με έβαλε σε σκέψεις· και στον πειρασμό αυτής της επιστολής.

Η ημερήσια κυκλοφορία των πολιτικών εφημερίδων (πλην της «Καθημερινής» και δύο της Θεσσαλονίκης) σε εθνική κλίμακα ήταν την εβδομάδα 7-13 Μαρτίου 90.059 φύλλα («Τα Νέα», 19-20 Μαρτίου)· σε πληθυσμό 10.815.197 (απογραφή 2011). Αναλογούν 8 (και κάτι) φύλλα σε 1.000 κατοίκους. Το 8 ας το κάνουμε 12, περιλαμβάνοντας στον υπολογισμό και τις παραπάνω τρεις εφημερίδες, των οποίων αγνοώ την κυκλοφορία. Αριθμός που προκαλεί ρίγος ανατριχίλας, αν τον αντιπαραβάλει κανείς με αντίστοιχα δεδομένα άλλων χωρών.

Με χώρες του επιπέδου μας: Στην Πορτογαλία η κυκλοφορία εφημερίδων είναι 83 φύλλα σε 1.000 κατοίκους (η πρώτη εφημερίδα Journal de Noticias έχει 109.000 φύλλα). Στην Ισπανία 129. Στην Ιταλία 121. Με χώρες του Βορρά: Στη Γερμανία 208 και στη Σουηδία 416 φύλλα ανά 1.000 κατοίκους.

Το ρίγος όμως προκαλείται κυρίως από τη σύγκριση με την ανατολική μας γείτονα. Eχει κατά 25% χαμηλότερο κατά κεφαλήν εισόδημα από εμάς. Ο ΟΗΕ την κατατάσσει στον πίνακα ανθρώπινης αναπτύξεως στην 72η θέση· έναντι της 29ης της Ελλάδος (βλ. Human Development Index, 2015). Παρουσιάζει μεγαλύτερη κοινωνική ανισότητα (δείκτης Gini 40,0 έναντι 34,5 – 100 όλος ο πλούτος στα χέρια ενός). Το ποσοστό των εγγραμμάτων 95% έναντι 97,7%. Διάδοση τηλεοράσεως και μέσων κοινωνικής δικτύωσης στα ίδια περίπου επίπεδα με εμάς.

Ε λοιπόν, ο συνολικός αριθμός κυκλοφορίας εφημερίδων στην Τουρκία ήταν την 13η Μαρτίου 3.737.767 φύλλα (παρά την αφαίρεση 544.000 φύλλων της «Zαμάν»· από 548.000 φύλλα την ημέρα, αμέσως μετά την κρατικοποίησή της έπεσε στις 4.000). Εκδίδονται τρεις εφημερίδες με κυκλοφορία από 300.000 έως 400.000 φύλλα (πρώτη η «Χουριέτ» με 379.764 φύλλα). Δύο με κυκλοφορία μεταξύ 200.000 και 300.000· και δώδεκα που πουλάνε από 100.000 έως 200.000 φύλλα. Στην Ελλάδα η πρώτη κυκλοφορία –χωρίς την «Καθημερινή», της οποίας δεν τη γνωρίζω– ήταν την προπερασμένη εβδομάδα 16.985 φύλλα!!!

Με λίγα λόγια, σε 1.000 Τούρκους (74,93 εκατομμύρια) αναλογούν ημερησίως 50 φύλλα εφημερίδων. Η τεράστια διαφορά μεταξύ των δύο χωρών μοιάζει εκ πρώτης όψεως ανεξήγητη. Θα πρέπει όμως να υπάρχουν αίτια. Η εφημερίδα υπερτερεί ως μέσο επικοινωνίας και πληροφορήσεως όλων των άλλων. Θα είχε γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο εξαιρετικό ενδιαφέρον μία ενδελεχής έρευνα.

(Σημείωση: Τα στοιχεία για τον τουρκικό Tύπο αντλήθηκαν από τον οργανισμό αξιολογήσεων Medyatava, τον οποίον επικαλούνται και το BBC και το Αλ Τζαζίρα. Oσα στοιχεία δεν αναφέρουν χρονολογία, ανάγονται στα έτη 2013 ή 2014. Επειδή δεν υπάρχει ακριβής χρονική αντιστοιχία μεταξύ κάποιων στοιχείων, και επειδή το περιεχόμενο των εννοιών, που χρησιμοποιήθηκαν παραπάνω, μπορεί να παραλλάζει ανά χώρα, δεν αποκλείεται και οι συσχετισμοί να παρουσιάζουν μικρές παραλλαγές. Oχι πάντως σε σημείο που να αλλοιώνουν το συμπέρασμα).

Νικ. Λ. Γ. Λιναρδατος

Η φάκα που δεν βλέπουμε

Κύριε διευθυντά
Eχετε απόλυτο δίκιο να επισημαίνεται στο άρθρο σας της Κυριακής ότι η χαλάρωση της αξιολόγησης, που τόσο χαροποιεί την κυβέρνηση, κρύβει μια φάκα. Η αύξηση των φόρων και των εισφορών αντί της μείωσης της δημόσιας δαπάνης, θα μειώσει το διαθέσιμο εισόδημα και συνεπώς, αναπόφευκτα, θα συρρικνώσει την οικονομική δραστηριότητα. Oχι ίσως, σίγουρα. Χωρίς αμφιβολία, τα νούμερα δεν βγαίνουν. Η χαλάρωση της αξιολόγησης οδηγεί σε θεώρηση της πραγματικότητας με τη βοήθεια ισχυρών παραισθησιογόνων. Η κοινωνία είναι εθισμένη στην ωραιοποίηση της πραγματικότητας. Eζησε έτσι καλά για πολλά χρόνια και δυσκολεύεται να συνειδητοποιήσει ότι τα πράγματα άλλαξαν και έγιναν πολύ επικίνδυνα. Το προσφυγικό και οι εντάσεις στα σύνορα με τους γείτονές μας μπορούν ίσως να θέσουν σε κίνδυνο τις τουριστικές ροές προς την Ελλάδα. Θα χαθεί έτσι και η τελευταία ελπίδα για μη μεγάλη συρρίκνωση της οικονομίας. Διότι συρρίκνωση θα υπάρξει ούτως ή άλλως εξαιτίας της αύξησης των φόρων και των εισφορών. Η συρρίκνωση αυτή θα αυξήσει τον αριθμό των μη εξυπηρετούμενων δανείων. Οπότε οι τράπεζες κινδυνεύουν να χρειαστούν νέα κεφάλαια, τα οποία, αυτή τη φορά, δεν θα τους δώσει η αγορά. Το bail in των καταθέσεων θα προκαλέσει ακόμη μεγαλύτερη οικονομική συρρίκνωση. Στο σημείο αυτό θα συμβεί ό,τι προβλέψατε: «Θα ενταθούν οι φωνές που θα ζητούν επίμονα εκείνο που ήθελε ο κ. Σόιμπλε πέρυσι το καλοκαίρι, ένα λυτρωτικό τάιμ άουτ από τον ζουρλομανδύα ενός προγράμματος που δεν επρόκειτο ποτέ να υλοποιηθεί». Grexit! Υπάρχει οδός διαφυγής; Ασφαλώς. Να δούμε την πραγματικότητα όπως είναι και όχι όπως την επιθυμούμε. Να περιορίσουμε δραστικά τη δημόσια δαπάνη.

Στεφανος Μανος

Περί «συλλογικότητας»

Κύριε διευθυντά
Στο καλογραμμένο, όπως πάντα, άρθρο τού κ. Τάκη Θεοδωρόπουλου (25ης Μαρτίου) αναφέρεται ότι δεν βρήκε στο λεξικό μου τη λέξη συλλογικότητα. Προφανώς συμβουλεύτηκε την παλαιότερη πρώτη έκδοση τού λεξικού μου, τού 1998. Hδη, όμως, από τη β΄ έκδοση τού λεξικού μου, το 2002 (και φυσικά και σε όσες ακολούθησαν, τη γ΄ 2008 και τη δ΄ 2012) περιλαμβάνεται το εν λόγω λήμμα ως εξής:

«συλλογικότητα (η) 1. το να γίνεται κάτι συλλογικά, με συμμετοχή όλων των μελών ενός συνόλου: ~ στη λήψη αποφάσεων για τη διοίκηση / στην αντιμετώπιση τού προβλήματος 2. το να αναφέρεται (κάτι) σε όλα τα μέλη ενός συνόλου: υπάρχει ~ ευθύνης».

Οι γραμμές αυτές γράφονται για να δείξουν περισσότερο την αγωνία και τη συνεχή μέριμνα κάθε συνεπούς λεξικογράφου να διορθώσει ελλείψεις ή να παρακολουθήσει τη δυναμική τής γλώσσας στο λεξιλόγιο, δοθέντος ότι αντίθετα προς το επίθετο συλλογικός (που απέδωσε το γαλλ. collectif ήδη από το 1859) η παράγωγη λέξη συλλογικότητα τού κοινωνικοπολιτικού κυρίως λόγου είναι πολύ νεότερη. Τέλος, στο πνεύμα τού περιεχομένου τού άρθρου τού κ. Θεοδωρόπουλου και για τις καταστάσεις που περιγράφει θα μάς ταίριαζε ίσως περισσότερο η φράση τού Αθανάσιου Χριστόπουλου (που διασώζει ο Στέφανος Κουμανούδης στο Λεξικό του) ως φράση τής τότε «κοινής συνηθείας», το «έχασαν τα συλλογικά τους…».

Γ. Μπαμπινιωτης

Ο κόσμος που έρχεται

Kύριε διευθυντά
Αποτελεί κοινό τόπο σε παγκόσμιο επίπεδο πλέον ότι ο βιομηχανικός μας πολιτισμός βρίσκεται σε ένα σταυροδρόμι. Ο βιομηχανικός τρόπος ζωής που δημιούργησαν τα ορυκτά καύσιμα έχει κάνει τον κύκλο του ή οι υποδομές που έφεραν και εξελίχθηκαν στην πάροδο των ετών, σήμερα έχουν «γεράσει». Κυβερνήσεις σε όλο τον κόσμο, επιχειρήσεις και καταναλωτές είναι βυθισμένοι στα χρέη και το βιοτικό επίπεδο κατακρημνίζεται. Το οικονομικό αφήγημα που δημιούργησε η βιομηχανική επανάσταση γράφει τα τελευταία χρόνια τον επίλογό του.

Αναμφίβολα, η Ελλάδα δεν έζησε τα οφέλη της παγκόσμιας εκβιομηχάνισης που ανέθρεψαν οικονομικούς γίγαντες. Αντίθετα, το κράτος συσσώρευσε ένα δυσθεώρητο χρέος, η ελληνική κοινωνία βολεύτηκε με μια ανεμική οικονομία βασισμένη στην κατανάλωση με σημάδια μιας ασταθούς ισορροπίας –ισορροπίας όμως λόγω του ενιαίου νομίσματος– και ανέχθηκε τις πελατειακές σχέσεις που είχαν πλέον κυριεύσει όλο τον δημόσιο τομέα και βέβαια με ένα πολιτικό σύστημα που ανεύθυνο ζούσε με μια κοινή παραίσθηση πλαστής ευημερίας. Δυστυχώς, όταν ξέσπασε η κρίση τα λάθη άρχισαν να πληρώνονται σωρευτικά και η διαδικασία να προωθηθούν πολύ δύσκολες μεταρρυθμίσεις στον ιδιωτικό τομέα, το κράτος και την αγορά κάτω από τις ασφυκτικές δημοσιονομικές πιέσεις, ήταν ιδιαίτερα απαιτητική.

Μιλώντας για ανάπτυξη, μονοσήμαντες απαντήσεις και μεμονωμένα μέτρα δεν επαρκούν. Η ανάπτυξη δε συντελείται σε ένα χρονικά προσδιορισμένο χρόνο, αλλά αντίθετα απλώνεται στο πέρασμα των χρόνων, συνδέεται με νέα προβλήματα, νέες προκλήσεις, διακυμάνσεις, και ζητήματα που θα καθορίσουν τον χρόνο μετάβασης σε μια νέα κατάσταση.

Ανάπτυξη σημαίνει μικρές και μεγάλες αλλαγές και μεταρρυθμίσεις σε όλα τα στάδια της οικονομικής και παραγωγικής δράσης. Επενδύσεις στις νέες γνώσεις, στους σύγχρονους θεσμούς, στις αποτελεσματικές συνέργειες, στους ανθρώπους. Ανάπτυξη σημαίνει επένδυση στον «κόσμο που έρχεται».

Oσο πιο νωρίς αντιληφθούμε τις νέες προκλήσεις που ανοίγονται μπροστά μας, όσο πιο νωρίς δημιουργήσουμε το νέο αφήγημά μας ως έθνος και ως κοινωνία, όσο πιο νωρίς ξεφύγουμε από τα ασφυκτικά πλαίσια που δημιουργεί η «μνημονιακή» ή «αντιμνημονιακή» ρητορεία, τόσο πιο γρήγορα θα μπορέσουμε να δημιουργήσουμε το όραμα της επόμενης ημέρας, μια «Ελλάδα στον κόσμο που έρχεται».

Σήμερα, ξεκινάει να γράφεται ένα νέο οικονομικό αφήγημα, μια νέα βιομηχανική επανάσταση, με άξονες τα κοινωνικά δίκτυα, την πληροφορική και τις νέες μορφές παραγωγής ενέργειας που θα οδηγήσει σε ένα πιο εξισωτικό και βιώσιμο μέλλον. Eνα οικονομικό αφήγημα που σήμερα σχεδιάζεται και η Ελλάδα οφείλει να είναι μέσα σε αυτό. Το οφείλουμε στη χώρα μας, στις γενιές που μέρα με τη μέρα χάνουν την ελπίδα τους, αλλά και σε αυτές που έρχονται.

Νικολαος Φ. Kερερες