ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΑΝΑΓΝΩΣΤΩΝ

Εμπορικά σήματα και συμφωνία Πρεσπών

Εμπορικά σήματα και συμφωνία Πρεσπών

Κύριε διευθυντά
Στο φύλλο της 5/6 Ιανουαρίου 2019 της έγκριτης εφημερίδας σας, ο κ. Βασίλης Νέδος αναφέρει ότι «σε ό,τι αφορά τα εμπορικά σήματα και επωνυμίες και τις εμπορικές ονομασίες αναμένεται ότι η πρόβλεψη της συμφωνίας… θα οδηγήσει σε αποτελέσματα…». Δεν μπορώ να συμμεριστώ την άποψη αυτή για τους λόγους που θα παραθέσω παρακάτω:
Οι διεθνείς συμβάσεις και κατά κανόνα οι εθνικές νομοθεσίες έχουν διαμορφώσει ένα αρκετά σύνθετο πλέγμα σε ό,τι αφορά δικαιώματα διανοητικής ιδιοκτησίας και ειδικότερα στην αναγνώριση, χρήση και προστασία των εμπορικών σημάτων. Είναι κοινός τόπος ότι το εμπορικό σήμα αποτελεί διακριτικό γνώρισμα που αποκτά τη μορφή ενός ιδιωτικού περιουσιακού δικαιώματος, το οποίο μετά την αναγνώριση και καταχώρισή του από τις εθνικές ή ευρωπαϊκές αρχές απολαμβάνει μια συγκεκριμένη προστασία. Οι τυχόν διαφορές μπορεί να προκύψουν μεταξύ επιχειρήσεων ως προς την αναγνώριση και χρήση εμπορικών σημάτων επιλύονται συνήθως από δικαστικές κρίσεις. Τα μέσα που διαθέτουν οι κάτοχοι εμπορικών σημάτων για την αποτροπή αναγνώρισης παρεμφερών σημάτων για άλλες επιχειρήσεις, είναι η ανακοπή κατά το στάδιο υποβολής του αιτήματος και η έκπτωση όταν για οποιουσδήποτε λόγους το σήμα έχει καταχωρισθεί.

Η διαδικασία της έκπτωσης εκδικάζεται ενώπιον αρμόδιου δικαστηρίου, ενώ η διαδικασία της ανακοπής προβλέπει τη λήψη απόφασης από τις αρμόδιες διοικητικές αρχές που εξετάζουν την αίτηση καταχώρισης σήματος. Η συμφωνία των Πρεσπών εισάγει διατάξεις που δυσχεραίνουν εξ αντικειμένου τη δικαστική χρήση. Κατ’ αρχήν με τις διατάξεις του άρθρ. 7 και ειδικότερα των παραγράφων 2 & 3 το αυτό σημαίνον, η λέξη «Μακεδονία» και τα παράγωγά της, αντιστοιχεί σε δύο σημαινόμενα με αποτέλεσμα εύλογα να τίθεται το ερώτημα εάν μπορεί να προκύψει εξ αυτού του γεγονότος το ενδεχόμενο σύγχυσης ή παραπλάνησης του συγκεκριμένου καταναλωτικού κοινού που λαμβάνεται υπόψη για την εκφορά της δικαστικής κρίσης.

Επιπλέον, ενώ οι δημόσιες οντότητες της όμορης χώρας υποχρεωτικά θα κάνουν χρήση του ονόματος «Βόρεια Μακεδονία», κάτι τέτοιο δεν προβλέπεται για τις ιδιωτικές οντότητες στον βαθμό που δεν λαμβάνουν δημόσια επιχορήγηση. Συνεπώς, η δυνατότητα χρήσης του όρου «Μακεδονία» και των παραγώγων αυτού θεμελιώνεται και για επιχειρήσεις που έχουν έδρα εντός της όμορης χώρας.

Είναι πολύ πιθανό λοιπόν, αν ακολουθήσει κανείς τη λογική που είναι δεσπόζουσα σε αντίστοιχες περιπτώσεις, η τελική κρίση για το δικαίωμα χρήσης του ονόματος «Μακεδονία» και των παραγώγων αυτού να εναπόκειται σε δικαστικές αρχές είτε σε ευρωπαϊκό επίπεδο είτε σε εθνικό. Αυτονόητο είναι ότι οι διαδικασίες αυτές είναι εξαιρετικά χρονοβόρες, προσθέτουν τριβές και υψηλά κόστη για τις επιχειρήσεις.

Από την άλλη πλευρά είναι περίπου σαφές ότι η επιτροπή που θεσμοθετείται με το άρθρ. 1 της συμφωνίας, δεν πρόκειται να έχει καμία οριστική δικαιοδοσία. Θα πρέπει να γίνει κατανοητό ότι ακόμη και αν συμφωνήσουν τα δύο μέρη, που σε καμία περίπτωση δεν είναι κρατικές οντότητες, δεν θα έχουν τη δυνατότητα να δεσμεύσουν με τη συμφωνία τους τις οποιεσδήποτε δικαστικές αρχές, σε οποιοδήποτε επίπεδο, είτε εθνικό είτε ευρωπαϊκό. Η τυχόν συμφωνία μεταξύ των δύο μερών, των εκπροσώπων των επιχειρηματικών οντοτήτων όπως περιγράφεται στο κείμενο των Πρεσπών, δεν μπορεί να αποτελέσει ποτέ κανόνα δημοσίου δικαίου και δεν μπορεί ποτέ να θεωρηθεί ότι υποχρεώνει οποιαδήποτε ιδιωτική οντότητα έστω και εκπροσωπούμενη από τα μέρη να υιοθετήσει συγκεκριμένη συμπεριφορά.

Είναι λοιπόν εξαιρετικά πιθανόν να θεωρείται το οποιοδήποτε έργο της επιτροπής αυτής υπονομευμένο εξαρχής από το γράμμα των διατάξεων της συμφωνίας των Πρεσπών, ακόμη και αν θεωρητικά το πνεύμα των σχετικών διατάξεων είναι διαφορετικό.

Ως γνωστόν, οι ασάφειες στον χώρο του Εμπορικού Δικαίου, δημιουργούν πάντα πλήθος αμφισβητήσεων και δεν θα πρέπει να αποτελέσει έκπληξη εάν οι περίπλοκες αυτές διατάξεις της συμφωνίας των Πρεσπών οδηγήσουν σε σοβαρές δυσχέρειες στην εμπορική συνεργασία μεταξύ των δύο χωρών.

Για τους λόγους αυτούς, θεωρώ ότι οι ελληνικές επιχειρήσεις, που έχουν αντίστοιχα σήματα ή εμπορικές επωνυμίες, πρέπει να προετοιμάζονται και να απευθύνονται εγκαίρως στους νομικούς παραστάτες τους. Η εμπειρία έχει δείξει ότι διεξάγονται νομικές μάχες για τα εμπορικά σήματα, που για να κερδηθούν απαιτούν σοβαρή νομική τεκμηρίωση, κατάλληλη εμπειρογνωμοσύνη και ικανότητα.

Ετσι λοιπόν, μπορώ να θεμελιώσω τον σκεπτικισμό μου για την πραγματική αξία της σύστασης αυτής της επιτροπής.

Εμμ. Βλαχογιαννης, Α΄ Αντιπρόεδρος Εμπορικού και Βιομηχανικού Επιμελητηρίου Θεσσαλονίκης