ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΑΝΑΓΝΩΣΤΩΝ

Η έκσταση του «δραπέτη» Μαρκ Τουέιν μια νύχτα στη φεγγαρολουσμένη Ακρόπολη

Η έκσταση του «δραπέτη» Μαρκ Τουέιν μια νύχτα στη φεγγαρολουσμένη Ακρόπολη

Κύριε διευθυντά
Ενόψει της φετινής θερινής περιόδου, ο απόλυτος εγχώριος τουριστικός προορισμός (βλ. Ακρόπολη) ήρθε στο προσκήνιο, αυτή τη φορά μέσα από τα κιτάπια της πολεοδομίας και της οικιστικής ανάπτυξης. Το γεγονός αυτό μας ξένισε καθότι εδώ και χρόνια τα ρεπορτάζ που παρακολουθούμε από τον Iερό Bράχο έχουν –κατά κανόνα– ως κυρίως θέμα κάποια (περισσότερο ή λιγότερο δίκαιη) απεργιακή κινητοποίηση των εργαζομένων στους αρχαιολογικούς χώρους… Κάπως έτσι αφουγκραζόμαστε κι εμείς συνήθως τον ορθολογικό προβληματισμό των ΜΜΕ περί του «να μη γίνουμε διεθνώς ρεζίλι», καθότι είναι ορατός ο κίνδυνος εκατοντάδες επισκέπτες που ταξίδεψαν «από την άλλη άκρη του κόσμου» να μην εισέλθουν στον χώρο του Παρθενώνα.

Σεβαστά όλα αυτά, αλλά το καλοκαίρι του 1867 τα πράγματα ήταν τελείως διαφορετικά… Μια μέρα αυγουστιάτικη, λίγο έξω από το πειραιώτικο λιμάνι βρισκόταν το αμερικανικό κρουαζιερόπλοιο «Quaker City», στο οποίο μεταξύ των επιβαινόντων ήταν και ο Μαρκ Τουέιν, ο «πατέρας» των παιδικών μας φίλων Τομ Σόγιερ και Χακ Φιν. 

Δυστυχώς, όμως, στους επιβάτες που αδημονούν να δουν από κοντά τις κλασικές αρχαιότητες επικρατεί κατήφεια! Γιατί; Διότι η ισχύουσα καραντίνα επιβάλλει να παραμείνουν αγκυροβολημένοι εκτός λιμανιού επί ενδεκαήμερον και κατόπιν –αφού διαπιστωθεί ότι δεν υπάρχουν κρούσματα μολυσματικών μεταδοτικών ασθενειών– να επιτραπεί η αποβίβαση στο Πόρτο Λεόνε (Πειραιάς) και η μετακίνηση προς Αθήνα. Αλλά δυστυχώς, το βαπόρι πρέπει να σαλπάρει για Σμύρνη και Πόλη λίαν πρωί. Ετσι, όλοι οι Αμερικανοί εκδρομείς έμπλεοι απογοήτευσης πηγαίνουν σιγά σιγά στα κρεβάτια τους. Ή μάλλον σχεδόν όλοι, καθότι ο Μαρκ Τουέιν και τρεις ακόμα θρασείς επιβάτες (δύο γιατροί κι ένας συνταγματάρχης) κωπηλατώντας με μια μικρή βάρκα πραγματοποιούν αμφίβια νυκτερινή επιχείρηση προσεγγίζοντας κάποια ολιγοσύχναστη κοντινή ακτή. Αμέσως, τα μέλη της αποβατικής ομάδας αρχίζουν να πεζοπορούν ταχέως προς την Ακρόπολη τηρώντας τις αρχές τής εν κινήσει απόκρυψης και σβήνοντας τη δίψα τους με ώριμα ζουμερά σταφύλια. Η φρούρηση στην περιοχή είναι σχετικά χαλαρή, οι συναντήσεις με τους αγροφύλακες δεν οδηγούν σε θερμά επεισόδια, ενώ οι αγέλες των άγριων σκύλων αποτελούν την πιο σημαντική (και ολίγον ασύμμετρη) απειλή. Οι παράτολμοι περιηγητές δεν αργούν να αναρριχηθούν στα Ιερά Βράχια, όπου εκεί τους φράσσει τον δρόμο μια κλειδωμένη καγκελόπορτα. Στο σημείο αυτό οι νυκτοφύλακες (αρχαιοτήτων) δωροδοκούνται από τους Αμερικανούς οι οποίοι ανενόχλητοι εισέρχονται στην Ακρόπολη εκπληρώνοντας το (παιδικό ίσως) όνειρό τους. Οι περιγραφές του συγγραφέα από το Μιζούρι αγγίζουν το όριο της έκστασης: «Η σιωπηλή πόλη είναι πλημμυρισμένη από το πιο γλυκό φως που ξεχύθηκε ποτέ από το φεγγάρι», «πουθενά σε όλα τα πλάτη της γης δεν υπάρχει άλλη εικόνα με τη μισή ομορφιά»…   

Κατόπιν, με δεδομένη την ασφυκτική πίεση του χρόνου, ακολουθεί μια εναγώνια επιστροφή των «εισβολέων» ακτιβιστών, οι οποίοι ασθμαίνοντας  καταφθάνουν εγκαίρως στην ασφάλεια του τροχήλατου ατμοπλοίου τους.

Μέσα στην περιδίνηση των συναισθημάτων και βιωμάτων, στην καταιγιστική εναλλαγή των εικόνων, ο Τουέιν δεν κρύβει την πίκρα του και τη δυσμενή εντύπωση που του έκανε η περιρρέουσα φτώχεια – μιζέρια της σύγχρονης Ελλάδας, η οποία έρχεται σε αντίθεση με το φωτεινό παρελθόν της.

Τέλος, συνεχίζοντας το ταξίδι ο περίφημος λογοτέχνης αναφέρει κλείνοντας το «κεφάλαιο» της Αθήνας: «Σήμερα αποπλέουμε για Κωνσταντινούπολη. Ομως, έχοντας θαυμάσει την πιο γοητευτική εικόνα  […] νομίζουμε ότι τα έχουμε δει πλέον όλα…».

Ιωαννης Μιχαηλ Μιχαλακοπουλος, Κυψέλη