ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΑΝΑΓΝΩΣΤΩΝ

Είθε να περισσεύουν  ώρες ενότητας και μεγαλείου και να λιγοστεύουν εκείνες του μίσους

Είθε να περισσεύουν  ώρες ενότητας και μεγαλείου και να λιγοστεύουν εκείνες του μίσους

Κύριε διευθυντά
Οταν τα χιόνια λιώνουν στα βουνά, σχηματίζονται μικροί καταρράκτες από τα τρεχούμενα νερά, τα οποία, όπως έγραφαν οι παλιοί, ηχηέντως κατακυλινδούμενα, καταλήγουν στις κοίτες των ορεινών  ποταμών, για να φτάσουν στις λίμνες και τις θάλασσες. Κάτι τέτοιο, εξίσου πληθωρικό και κελαρυστό, συμβαίνει, ενόψει των εορτασμών για τα 200 χρόνια από το 1821: Κυλινδούνται στην ελληνική επικαιρότητα μελωδικές κατεβασιές ιστορικής σοφίας, η οποία πλεονάζει στις εγκατεστημένες αυτάρκειες, όχι των πραγματικών λειτουργών της ιστορικής επιστήμης, αλλά πολλών εθελοντών συνδρομητών της.

Γράφονται και ακούονται τόσο πολλά για το ’21 και για το τι και πώς πρέπει να γιορτάσουμε, ώστε η κ. Αγγελοπούλου θα έχει πολλές στιγμές αμήχανου θαυμασμού μπροστά στον καταιγισμό προτάσεων, υποδείξεων και αυστηρών παραγγελμάτων που απευθύνονται στην επιτροπή της οποίας προεδρεύει. Και η μεν επιτροπή, ή μάλλον εμβριθή μέλη της που δεν ανακαλύπτουν, όπως συμβαίνει τελευταίως, την πυρίτιδα, αλλά εγκύπτουν σε πηγές παλαιές μεν ακαλλιέργητες δε μέχρι τώρα, δεν αποφεύγουν να προβάλλουν τα πράγματι καινοφανή στοιχεία που εντοπίζουν. Αλλά η πρόεδρος, εν μέσω της πανδημίας των προτάσεων, τι να διαλέξει και τι ν’ αφήσει;

Ισως, λοιπόν, να είναι δίκαιο, απέναντί της, το ευεργέτημα της σώφρονος επιφυλάξεως, αφού μάλιστα έχει το άλλοθι των Ολυμπιακών Αγώνων και των προκαταβολικών μεμψιμοιριών, οι οποίες έμειναν αδικαίωτες.  Ωστόσο, μια και, έτσι κι αλλιώς, το πρόβλημα της πλημμυρίδας των  αφοριστικών για το ’21 προτάσεων υπάρχει,  φοβούμενος μην… υστερήσω σπεύδω κι εγώ να προστεθώ στη φάλαγγα εκείνων που συνεισφέρουν εθελοντικώς τις προσωπικές τους βεβαιότητες «περί όλων των γνωστών πραγμάτων και περί άλλων τινών» και να τις εξειδικεύσω στο θέμα του 1821! Θα το κάνω όμως δανειζόμενος τους ορισμούς από μια πηγή, η οποία αμφισβητήθηκε ως ταξική από τους «ρομαντικούς λαϊκιστές» και υμνωδούς του «Ηρωικού ’21», αλλά αξιολογείται θετικά από τους σύγχρονους «ρεαλιστές αποδομητές» της «εθνικιστικής» εκδοχής της ιστορίας του Αγώνα.

Πρόκειται για τον Σπυρίδωνα Τρικούπη. Και πρόκειται για δύο τοποθετήσεις του, για το τι ήταν το ’21 και για το τι ήταν και τι έκαναν οι άνθρωποι εκείνης της ελληνικής γενιάς. Τοποθετήσεις οι οποίες έγιναν, η πρώτη στα χρόνια της Επανάστασης, ενώ οι εμφύλιες διαμάχες βρίσκονταν σε κορυφαίο σημείο, η δε δεύτερη μετά τη δημιουργία του νέου ελληνικού κράτους. Πρόκειται για δύο επικήδειες ομιλίες του. Η πρώτη, εκφωνήθηκε το Πάσχα του 1824 στο Μεσολόγγι, μπροστά στο κιβούρι του Λόρδου Βύρωνα, παρουσία, με κεκλιμένες κεφαλές και δακρυσμένα μάτια, των άγριων και φοβερών καπετάνιων του Αγώνα. Είπε τότε ο Τρικούπης: Αυτό που έγινε με τη δική μας επανάσταση δεν έχει ξαναγίνει στην ιστορία του κόσμου. Για πρώτη φορά ένα έθνος παλιό, που έζησε τους αιώνες του ιστορικού αφανισμού κάτω από μια ανεκδιήγητη σκλαβιά, σηκώθηκε μόνο του και πρόβαλε ξανά στον ορίζοντα του πολιτισμένου κόσμου. Γι’ αυτό, η εποχή μας δεν είναι εποχή της Ελλάδας μόνο. Είναι εποχή της ανθρωπότητας. Ετσι τα είπε, κι όποιος δεν τα πιστεύει ας ψάξει να τα διαβάσει στα ιστορικά κείμενα. Η δεύτερη ομιλία έγινε το 1840, όταν νέος πέθανε ο Ανδρέας Ζαΐμης κι ο γέροντας Κολοκοτρώνης ψιθύρισε εκείνο το αξέχαστο, «Τι μας κάλεσες σήμερα Αντρέα; Να κάνουμε καμιά συνέλευση την ώρα της φωτιάς του Αγώνα», εννοώντας τις πρωτοβουλίες του νεκρού και τη μεγάλη εκείνη επιλογή του Καραϊσκάκη, ως Αρχιστρατήγου της Στερεάς, που οι νίκες του έκαναν τον βασιλιά της Βαυαρίας Λουδοβίκο να πηδάει από τη χαρά του και να φωνάζει «Σώζεται η Ελλάς μου!».

Σε αυτόν τον επικήδειο είπε ο Σπυρίδων Τρικούπης το ιστορικό: «Ανήκε εις την γενεά εκείνη, η οποία παρέλαβε την πατρίδα δούλην και την παρέδωσεν ελευθέραν». Αυτά είναι, νομίζω, τα δύο οροθετικά σημεία που μας βοηθούν να καταλάβουμε τι ήταν το ’21, τι ήταν και τι έκαναν οι ήρωές του (σαν Ελληνες, πάντοτε στο σύνορο ανάμεσα στο μεγαλείο και στην αθλιότητα, και πριν και μετά το ’21). Το ερώτημα λοιπόν αν πρέπει να τους τιμήσουμε και να τους γιορτάσουμε ή να δούμε τι έκαναν οι Ελληνες από τότε στα 200 χρόνια της ελευθερίας τους (μείον 4 χρόνια Κατοχής, πάλι με άφθαστο μεγαλείο και απύθμενη αθλιότητα, πάντοτε με εμφύλια μίση και με ώρες υψηλής ενότητας-μην το ξεχνάμε αυτό), το ερώτημα αυτό είναι ουσιαστικά κενό περιεχομένου. Μαζί πάνε τα δύο. Συνέχεια είμαστε του ’21 και μακάρι να περισσεύουν οι ώρες ενότητας και μεγαλείου και να λιγοστεύουν εκείνες του μίσους και της ταπείνωσης.

Γερασιμος Μιχαηλ Δωσσας, Θεσσαλονίκη