ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΑΝΑΓΝΩΣΤΩΝ

Τα αιολικά πάρκα και η εξάπλωσή τους

Τα αιολικά πάρκα και η εξάπλωσή τους

Κύριε διευθυντά
Προσφάτως η «Καθημερινή» έχει επιδοθεί στη δημοσίευση «Απόψεων» που προφανή σκοπό έχουν να πλήξουν το συνεχώς αυξανόμενο εγχώριο κίνημα κατά της αλόγιστης εξάπλωσης αιολικών πάρκων: Στις 30/5 ο Πάσχος Μανδραβέλης έκανε την αρχή με το άρθρο «Ούτε στην Τήνο, ούτε πουθενά», για να τον υπερκεράσει σε δριμύτητα ο Θ. Π. Τάσιος στις 7/6 με «Το μίσος κατά της αιολικής ενέργειας». Το θέμα των εναλλακτικών πηγών ενεργείας είναι πολύπλοκο όσο και πολυσύνθετο, και το μόνο βέβαιο είναι πως οι απόψεις των ειδικών συνεχίζουν σε πολλά σημεία να διίστανται. Δυστυχώς, αντί να επικεντρώνονται στην παρουσίαση των προτερημάτων της αιολικής ενεργείας, οι κ. Μανδραβέλης και Τάσιος επιλέγουν την ευκολότερη λύση της επίθεσης σε όσους έχουν το θράσος να διαφωνούν. Και το κάνουν, όχι με τα όπλα της λογικής ανάλυσης και της αντιπαράθεσης επιχειρημάτων, αλλά με την εκτόξευση αστήριχτων προσωπικών χαρακτηρισμών και άφθονη χρήση χοντροκομμένης ειρωνείας.

Στις επιθέσεις αυτές διαπράττουν το ανορθολογικό σφάλμα να αφομοιώνουν όλους ανεξαιρέτως τους αντιφρονούντες –νέους και γέρους, δεξιούς και αριστερούς, επιστήμονες και αγρότες– με σκοπό να τους παρουσιάσουν σαν μια ενιαία, άμορφη μάζα αντιπροοδευτικών που κατηγορείται συλλήβδην για ανειλικρίνεια, σκοταδισμό, ελιτισμό, και «άγνοια στοιχειωδών τεχνικο-οικονομικών δεδομένων». Η ουσιαστική όμως ανεντιμότητα έγκειται στο ότι, αγνοώντας τα πραγματικά επιχειρήματα που προβάλλουν όσοι αμφισβητούν τη σημερινή πολιτική του κράτους για τις ΑΠΕ, επιλέγουν να αντικρούσουν μια σειρά από παιδαριώδη δήθεν επιχειρήματα της επινόησής τους – στήνουν, με άλλα λόγια, μια αράδα από καραγκιοζιλίκια του είδους «εμένα δεν μ’ αρέσει να βλέπω ανεμογεννήτρια» ή «εγώ ήθελα άλλες αξιοποιήσεις αυτών των περιοχών», για να τα καταρρίψουν εν συνεχεία θριαμβευτικά.

Στην πραγματικότητα, ο σοβαρός αντίλογος στα τρέχοντα σχέδια εγκατάστασης αιολικών πάρκων δεν είναι ούτε τόσο αφελής, ούτε βέβαια όσο φανατισμένος τον θέλει ο τίτλος «Ούτε στην Τήνο, ούτε πουθενά», αφού κανείς προσγειωμένος αντίπαλος των ανεμογεννητριών δεν ασπάζεται ένα τόσο απόλυτο σύνθημα. Τα εμπεριστατωμένα επιχειρήματα είναι πολλά και δύσκολα μπορούν να αγνοηθούν. Παγκοσμίως, οι αμφιβολίες πολλαπλασιάζονται γύρω από μια σειρά τεχνικών κυρίως θεμάτων, όπως οι συχνά αντικρουόμενες εκτιμήσεις του συνολικού ίχνους άνθρακα (carbon footprint) των εγκαταστάσεων, οι σχεδόν βέβαιες εξελίξεις που στο εγγύς μέλλον θα καταστήσουν την αιολική ενέργεια ασύμφορη ή αναποτελεσματική, η πρακτική αδυναμία αποξήλωσης παροπλισμένων ανεμογεννητριών όταν αυτές εγκαταλειφθούν λόγω ζημιάς ή μειωμένης απόδοσης, καθώς και το εγγενές πρόβλημα κυμαινόμενης παραγωγής, που αναγκάζει τον όποιο ΑΔΜΗΕ να ισορροπεί ανά πάσα στιγμή τη συνολική αιολική παραγωγή με εν αναμονή μονάδες θερμικής ενέργειας.

Δρώντας συσσωρευτικά, στις αμφιβολίες αυτές έρχονται να προστεθούν και τα προβλήματα που δημιουργεί στα καθ’ ημάς η περίφημη ελληνική ιδιαιτερότητα, αρχής γενομένης από το νομοσχέδιο «Εκσυγχρονισμός περιβαλλοντικής νομοθεσίας» της 5/5/20, που ουσιαστικά αίρει ή αποδυναμώνει στο έπακρο κάθε έλεγχο ή εμπόδιο στην αλόγιστη εξάπλωση των αιολικών πάρκων. Και εδώ υπεισέρχεται το πρόβλημα της εμπιστοσύνης, που φυσικά ουδέποτε θίγεται από τους Ελληνες θιασώτες των αιολικών: το γεγονός δηλαδή ότι με βάση τη συμπεριφορά τους στο παρελθόν, την πρόδηλη κοινωνική ανευθυνότητα με την οποία κινούνται, την έλλειψη στοιχειώδους σεβασμού προς τις τοπικές κοινωνίες, την προτίμηση για αδιαφανείς εταιρικές δομές που αποκρύπτουν ιδιοκτήτες και συμφέροντα, κανείς δεν έχει λόγο να εμπιστεύεται ούτε τα λόγια ούτε τις προθέσεις των μεγάλων κατασκευαστικών ομίλων που νέμονται τη βιομηχανία ΑΠΕ. Πόσο μάλλον τώρα που το πρόσφατο νομοσχέδιο έχει κουρελιάσει τη διαδικασία αδειοδότησης στο όνομα υποτίθεται της αυξημένης αποτελεσματικότητας.

Το θέμα, όπως ξέρουμε, είναι πολύπλοκο, και οι επιλογές ακόμα πιο δύσκολες. Οι αλόγιστες πολεμικές σίγουρα δεν οδηγούν παρά μόνο στην πόλωση και την παρανόηση. Το σημείο όμως στο οποίο θα έπρεπε να συγκλίνουν και οι δύο πλευρές είναι πως δεν νοείται το ενεργειακό και περιβαλλοντικό μέλλον της Ελλάδος να κρίνεται με αποκλειστικά εμπορικά και οικονομικά μέτρα, προς όφελος ιδιωτικών συμφερόντων, παρακάμπτοντας κάθε δημοκρατική αλλά και επιστημονική διαδικασία.

Γιαννης Σταθατος, Κύθηρα