ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΑΝΑΓΝΩΣΤΩΝ

Eχοντας κατακτήσει την αιωνιότητα, ψιθύρισε αποχαιρετώντας: Plaudite, amici, comedia finitα est

Eχοντας κατακτήσει την αιωνιότητα, ψιθύρισε αποχαιρετώντας: Plaudite, amici, comedia finitα est

Κύριε διευθυντά
Συμπληρώνονται φέτος 250 χρόνια από τη γέννηση ενός εκ των τελευταίων που μπορούν να χαρακτηρισθούν Τιτάνες, του Λούντβιχ βαν Μπετόβεν. Δυστυχώς η πανδημία ματαίωσε τις περισσότερες εκδηλώσεις που είχαν προγραμματισθεί.

Είναι τρομερά δύσκολο σε μια επιστολή να σκιαγραφηθεί έστω η μια πλευρά του, αυτή η ανθρώπινη, η οποία παρομοιάζεται με «αδυσώπητο γκρεμό» και ήταν στρωμένη με αγκάθια, πολλά αγκάθια, από την αρχή της ζωής του, δοκιμάζοντας την αρνητική πλευρά της από την ευαίσθητη ακόμη παιδική ηλικία. Αδέλφια που έρχονται στον κόσμο και πεθαίνουν, πατέρας αλκοολικός που αναγκάζεται να τον μαζεύει από τις ταβέρνες μεθυσμένο σέρνοντάς τον στο σπίτι, φτώχεια μεγάλη που τον αναγκάζει να παίζει βιόλα ή τσέμπαλο σε διάφορα θέατρα για να συντηρεί και τα δύο νεότερα αδέλφια του. Στην ηλικία των 17 ετών χάνει την «…τόσο καλή και αξιαγάπητη μητέρα…» από φυματίωση και ο φόβος ότι θα γίνει και ο ίδιος φυματικός τον κυριεύει. «…Σε αυτό προστίθεται και η μελαγχολία που είναι για μένα μεγάλο κακό… Η μοίρα δεν μου είναι ευνοϊκή».

Τα αλλεπάλληλα χτυπήματα της μοίρας του καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής του, με τη δυστυχία μόνιμη σύντροφό του, τα είχε διαισθανθεί από νωρίς. Τέλος, μέσα σε τόσα άλλα ήλθε και το μεγάλο, αυτό της κώφωσης. Στην αρχή προσπαθεί να το διαχειρισθεί και να το αποκρύψει, τελικά όμως γίνεται πλημμυρίδα που τον πνίγει. Είναι τρομερά σπαραξικάρδια τα λόγια του «…Ω άνθρωποι, εσείς που νομίζετε ή με έχετε κηρύξει εχθρό σας, δύστροπο ή μισάνθρωπο, πόσο μ’ αδικείτε. Δεν γνωρίζετε την κρυφή αιτία που προκαλεί ό,τι σας φαίνεται έτσι… ένα αθεράπευτο κακό μ’ έπληξε… Δεν μου ήταν ακόμη δυνατόν να πω στους ανθρώπους μιλήστε δυνατότερα, κραυγάστε γιατί είμαι κουφός… Ω δεν το μπορώ, σαν εξόριστος πρέπει να ζήσω… Τέτοια συμβάντα μ’ έφεραν στην απελπισία και πολλές φορές σκέφθηκα την αυτοκτονία. …Μόνον εκείνη η Τέχνη με συγκράτησε…». Τελικά, οι περαστικοί που τον συναντούσαν στον δρόμο γύριζαν και τον κοίταζαν περίεργα. Τα δε χαμίνια τον κορόιδευαν και του φώναζαν. Οι ψυχικές του μεταπτώσεις από μελαγχολία σε εκρήξεις οργής και νευρικές κατατονικές κρίσεις, οι οποίες έφθαναν σε αυτοκτονικές τάσεις, το αίσθημα καταδίωξης, τον οδήγησαν στον αλκοολισμό με την κίρρωση του ήπατος να τον σκοτώνει.

Ο Μπετόβεν διοχέτευσε όλο αυτό το πάθος, την πίκρα και τον πόνο στη μουσική, με αποτέλεσμα ένα αφάνταστα παραγωγικό έργο μεγάλης πνευματικότητας και ποιοτικού στοχασμού. Το δε ισοζύγιο του Μπετόβεν θετικότατο τόσο σε ποιότητα όσο και ποσότητα, προσφέροντας πολλά χωρίς να βλάψει κανέναν, παρά μόνο τον εαυτό του.

Και κατάφερε το ακατόρθωτο, να συνδυάσει την τραγικότητα με τη χαρά, τονίζοντας «…Εμείς οι πεπερασμένοι με το άπειρο πνεύμα έχουμε γεννηθεί μόνο για τα βάσανα και τις χαρές και θα μπορούσε κανείς να πει ότι οι πιο ξεχωριστοί δέχονται χαρά από τα βάσανά τους…». Είναι η ηδονή και οδύνη του Μπετόβεν.
Και το διαπιστώνουμε σε πολλά έργα του. Στη Σονάτα 14 του Σεληνόφωτος όταν η κώφωση αρχίζει και τον κυριεύει, στη Σονάτα 29 μετά τη θλιβερή περιπέτεια υιοθεσίας του ανιψιού του, που αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους διαλόγους του ανθρωπίνου πνεύματος με τον εαυτό του, τα χτυπήματα της μοίρας στις τέσσερις πρώτες νότες της 5ης συμφωνίας, που καταλήγουν στον θρίαμβο και στη νίκη του απελευθερωμένου ανθρώπου στο τέταρτο μέρος. Και φθάνουμε στον ύμνο της χαράς της 9ης συμφωνίας, με την τραγική ειρωνεία ο συνθέτης να είναι ο μόνος άνθρωπος που δεν την άκουσε ποτέ. Και όταν η αοιδός Καρολίνα Ουνγκέρ στο τέλος της παράστασης τον αρπάζει από τους ώμους και τον γυρίζει προς το κοινό, τότε μόνο είδε χέρια να κινούνται με ενθουσιασμό, και στόματα να ανοιγοκλείνουν. Σηκώθηκε, υποκλίθηκε για τελευταία φορά μπροστά τους και δακρυσμένος αποχώρησε. Τρία χρόνια μετά την πρεμιέρα της 9ης και συγκεκριμένα στις 24 Μαρτίου 1827 πέφτει σε κώμα, προφέροντας τις λέξεις του ετοιμοθάνατου Οκταβιανού «plaudite, amici, comedia, finita est», ήτοι «…χειροκροτείτε, φίλοι, η κωμωδία τελείωσε…». Στις 27 Μαρτίου το απόγευμα, εν μέσω μιας φοβερής καταιγίδας, η καρδιά του σταμάτησε.

ΥΓ. Και τούτο θα πρέπει να τονιστεί. Εως τις τελευταίες ημέρες της ζωής του ζητούσε πληροφορίες για τον απελευθερωτικό αγώνα των Ελλήνων. Ο Μπετόβεν ήταν Φιλέλληνας!

Ι.Κ. Γεωργίου, Καρδιολόγος