ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΑΝΑΓΝΩΣΤΩΝ

Οι αποζημιώσεις των δικηγόρων

Κύριε διευθυντά
Σχετικά με το άρθρο του κ. Πάσχου Μανδραβέλη στη σελ.11 της «Καθημερινής» στις 14.5.2014, με τίτλο «Η Ελλάδα των εξαιρέσεων» και υπότιτλο «Απογραφές», στο οποίο αναφέρεται στην αποζημίωση των Δικηγόρων ως Δικαστικών Αντιπροσώπων για τις επικείμενες Δημοτικές – Περιφερειακές Εκλογές και Ευρωεκλογές, κρίνουμε σκόπιμο, για την αποκατάσταση της πραγματικότητας, να διευκρινίσουμε τα εξής:

Διαχρονικά, η Πολιτεία αναθέτει το λειτούργημα του δικαστικού αντιπροσώπου (και) στους δικηγόρους. Ετσι, ενόψει της ειδικής γνώσης και της ανεξαρτησίας τους, διασφαλίζεται η ορθή τήρηση της εκλογικής διαδικασίας (σε εθνικό και σε ευρωπαϊκό επίπεδο) καθώς και η ανόθευτη, έμπρακτη έκφραση της λαϊκής βούλησης, συστατικού όρου της δημοκρατίας σε μια κοινωνία.

Η άσκηση της ανατεθείσας αυτής υπηρεσίας απαιτεί προετοιμασία τουλάχιστον δύο ημερών, χρόνο και κόπο, ενόψει της διευρυμένης σταυροδοσίας, αλλά και της –παρατηρούμενης– απουσίας μελών της Εφορευτικής Επιτροπής. Ακόμη δε, προϋποθέτει –για μια μεγάλη μερίδα συναδέλφων– διάνυση πολλών χιλιομέτρων ανά την ελληνική επικράτεια. Αυτή είναι η πραγματικότητα που βιώνουν επί σειρά ετών όσοι δικηγόροι συμμετέχουν σε κάθε εκλογική διαδικασία ως δικαστικοί αντιπρόσωποι.

Για την εκτέλεση λοιπόν του δύσκολου και υπευθύνου ως άνω έργου και την αποτελεσματική διεξαγωγή του, δίδεται –σε κάθε δικαστικό αντιπρόσωπο– μία οικονομική παροχή. Ομως, η παροχή αυτή δεν είναι «αμοιβή», ώστε να συνιστά φορολογητέο «εισόδημα». Πρόκειται για μια συμβολική «αποζημίωση» που καλύπτει τις ανωτέρω ανάγκες. Τούτο δεν αποτελεί μια «κατασκευή» των δικηγόρων, αλλά θεμελιώνεται στο Σύνταγμα και τη συναφή νομολογία του ΣτΕ. Στο σημείο αυτό υπογραμμίζεται ότι η εν λόγω οικονομική παροχή ήταν –και είναι– αφορολόγητη για όλους τους λοιπούς συμμετέχοντες στην εκλογική διαδικασία, όπως λ.χ. τους δικαστικούς υπαλλήλους. Κατ’ εξαίρεση μόνον για τους δικηγόρους συνεπαγόταν φορολογική επιβάρυνση.

Συνεπώς, η νομοθετική ρύθμιση, στην οποία αναφέρθηκε, δεν εισάγει κάποια «εξαίρεση» από τον κανόνα της φορολόγησης του «εισοδήματος», ούτε θεσπίζει ένα (δήθεν) φορολογικό προνόμιο υπέρ των δικηγόρων. Δεν συνιστά εκδήλωση μιας «χαριστικής» απέναντί μας στάσης της Πολιτείας. Αντίθετα, η εν λόγω διάταξη ήταν απολύτως επιβεβλημένη, ώστε να αρθεί η –υπό το προηγούμενο καθεστώς– άνιση μεταχείρισή μας και η αποκατάσταση της νομιμότητας, κατά τις επιταγές του Συντάγματος.

Είναι δε όχι μόνον αναντίστοιχο με την πραγματικότητα, αλλά και εξαιρετικά άδικο να εμφανίζεται το δικηγορικό σώμα ως μια «κοινωνική  ομάδα» που ζητά και πετυχαίνει να «εξαιρείται» νόμιμων φορολογικών υποχρεώσεων. Αλλωστε, δεν μπορεί να παραγνωριστεί ότι το δικηγορικό επάγγελμα έχει ιδιαιτέρως πληγεί την τελευταία τριετία από μια άδικη και ανορθολογική φορολογική πολιτική.

Τέλος σημειώνουμε τα εξής:

1. Συγκριτικά με τις προηγούμενες (εθνικές) εκλογές, το ύψος της επίμαχης αποζημίωσης μειώθηκε από 115 ευρώ σε 90 ευρώ ημερησίως (22% περίπου). Τούτο προδήλως έγινε για να ισοσταθμιστεί το δημοσιονομικό ισοδύναμο, ώστε με τα ίδια κονδύλια (της Ευρωπαϊκής Ενωσης) να διενεργηθούν ταυτόχρονα με τις ευρωεκλογές και οι αυτοδιοικητικές εκλογές, χωρίς πρόσθετο κόστος.

2. Τα ποσά που αναφέρονται το άρθρο, αφορούν στο συνολικό ύψος της αποζημίωσης, δηλαδή καλύπτουν τις ανάγκες όλων των εκλογικών διαδικασιών και για τις δύο Κυριακές. Μάλιστα, δικαιολογούνται οδοιπορικά έξοδα μόνον για τη μία Κυριακή, λες και είναι δυνατό να παραμείνει ο δικαστικός αντιπρόσωπος μακριά από τον τόπο διαμονής του επί δέκα και πλέον ημέρες καλύπτοντας τα έξοδα διαμονής και διατροφής του ή σε κάθε άλλη περίπτωση να οφείλει να χρηματοδοτήσει  –από ίδιους πόρους– τη δεύτερη μετάβαση στον τόπο άσκησης της δημόσιας υπηρεσίας που του ανατέθηκε.

Ο πρόεδρος του ΔΣΑ – Βασιλης Ε. Αλεξανδρης

Οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις

Κύριε διευθυντά
Πολύ ορθές οι επισημάνσεις του κ. Προβόπουλου, που δημοσίευσε η «Καθημερινή» την 8/5, σχετικά με την αναδιοργάνωση επιχειρήσεων, ώστε να αντιμετωπίσουν τις σημερινές προκλήσεις και διά την αντιμετώπιση της μη βιωσιμότητος των προβληματικών επιχειρήσεων.

Στο δεύτερο σημείο νομίζω ότι πρέπει να δοθεί ιδιαίτερη προσοχή σε μεγάλο αριθμό από αυτές –κυρίως μικρομεσαίες– που από το 2009 η τότε κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ εγκατέλειψε και ενώ υπήρχε νομοθετική κάλυψη για την παροχή βοήθειας από πολλές τράπεζες με την κρατική εγγύηση σε πυρόπληκτες περιοχές.

Ειδικότερα υπενθυμίζω το θέμα του «Ταμείου Mολυβιάτη» που πρόσφατα ανέλυσε με κάθε λεπτομέρεια σε επιστολή του στην εφημερίδα σας ο κ. Μπούρας και που για κομματικούς λόγους ο τότε υπουργός του ΠΑΣΟΚ θεώρησε καλό να τα μεταφέρει σε κάποιο λογαριασμό του υπουργείου Οικονομικών.

Είναι βεβαίως ευχάριστο ηχηρά ονόματα από το εξωτερικό να επενδύουν στην Ελλάδα, αλλά ξεχνάμε ότι η σπονδυλική στήλη της οικονομίας μας είναι οι μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις που έχουν αγνοηθεί από την πολιτεία. Ελπίζω ο κ. Προβόπουλος να πάρει κάποια πρωτοβουλία για να σωθεί μεγάλος αριθμός επιχειρήσεων.

Γ. Mελισσινος

Kοινωνικό μέρισμα και στρατιωτικοί

Kύριε διευθυντά
Tον προηγούμενο μήνα, Aπρίλιος 2014, έπειτα από αρκετές συζητήσεις, πολιτικές αντιπαραθέσεις και οικονομικές αναλύσεις επικυρώθηκε και ορίστηκε το ύψος του «πρωτογενούς πλεονάσματος» για το έτος 2013.
Στη συνέχεια αποφασίστηκε και ανακοινώθηκε, όπως ένα συγκεκριμένο μέρος αυτού διατεθεί εφάπαξ στις διάφορες ευπαθείς ομάδες της κοινωνίας. Aκολούθησε και καθορίστηκαν οι προϋποθέσεις, κυρίως οικονομικά και οικογενειακά κριτήρια, και η διαδικασία της χορήγησής του. Mεταξύ των δικαιουμένων περιλαμβάνονται και τα στελέχη των Eνόπλων Δυνάμεων και Σωμάτων Aσφαλείας χαρακτηριζόμενα με τον ατυχή, υποβαθμισμένο και απαξιωτικό τίτλο «ένστολοι».

Για τα στελέχη μια προϋπόθεση και περιορισμός καθορίστηκε, το ύψος των μηνιαίων ακαθάριστων αποδοχών τους. Eνας περιορισμός άδικος και καταχρηστικός, που δεν λαμβάνει υπόψη του την οικογενειακή τους κατάσταση, και αποκλείει τον μεγαλύτερο αριθμό των χαμηλόβαθμων στελεχών, παρά τη δεινή οικονομική θέση που έχουν περιέλθει μετά τις αλλεπάλληλες μειώσεις.

Mια περισσότερο δίκαιη και αντικειμενική χορήγηση είναι η διάθεση αυτού του ίδιου αναλογούντος ποσού όχι υπό μορφήν εφάπαξ βοηθήματος ή κοινωνικού μερισματος, αλλά ως σχετική αύξηση στον βασικό μισθό του ανθυπολοχαγού, δεδομένου ότι πλεονασματικός προϋπολογισμός προβλέπεται και προγραμματίζεται και για τα επόμενα χρόνια, ως άμεσο αποτέλεσμα της οικονομικής ανάκαμψης.

Mε τη μικρή αύξηση του βασικού μισθού του ανθυπολοχαγού, που αποτελεί τη βάση υπολογισμού των μισθών όλης της κλίμακας της στρατιωτικής ιεραρχίας επιτυγχάνονται: H αποφυγή αποκλεισμού κατηγοριών στελεχών, η επέκταση, κατά το ανάλογο ποσοστό, και στις συντάξιμες αποδοχές των αποστράτων στρατιωτικών, η μεταβολή της φοροδοτικής ικανότητας και είσπραξη του αναλογούντος φόρου, η τήρηση των συνταγματικών αρχών της ισότητας και αναλογικότητας (παρ. 1 και 5 άρθρου 4), η έμπρακτη προστασία του κράτους προς την οικογένεια, τον γάμο, τη μητρότητα και την παιδική ηλικία (παρ.1 άρθρου 21), ο σεβασμός και η προστασία της αξίας και της αξιοπρέπειας των αξιωματικών (παρ.1 άρθρου 2), η σταδιακή αποκατάσταση του αισθήματος δικαίου και δικαιοσύνης και της λειτουργίας του κοινωνικού κράτους (παρ.1 άρθρου 25).

H χορήγηση του «κοινωνικού μερίσματος» με αποκλειστική και μόνη προϋπόθεση τις ακαθάριστες αποδοχές των στελεχών υποκρύπτει αδικίες, δυσπιστία, άνιση μεταχείριση, αμφισβήτηση και έλλειψη εμπιστοσύνης. Eίναι γνωστόν ότι οι συνεχείς μειώσεις, μέχρι σήμερα, έχουν ανατρέψει πλήρως το ελάχιστο επίπεδο διαβίωσης, που είναι αναγκαίο για την άσκηση του λειτουργήματος του αξιωματικού με κύρος και αξιοπρέπεια και απαραίτητο για τη διαχείριση της οικογενειακής καθημερινότητας.

Nικολαος Zαρκαδας – Yποστράτηγος ε.α. – Θεσσαλονίκη

Eπιτυχημένη γελοιογραφία

Kύριε διευθυντά
Συγχαρητήρια στην «Kαθημερινή» για τα πρόσωπα που έχει στο επιτελείο της. Aφορμή να απευθυνθώ σε εσάς αυτή τη φορά η πασχαλινή γελοιογραφία του κ. Mακρή «Xριστός Aνέστη κ. Δήμου».

Eάν ισχύει το «μία εικόνα ίσον χίλιες λέξεις», αυτό θα αλήθευε στο πολλαπλάσιο για μια επιτυχημένη γελοιογραφία.

Συγχαρητήρια επίσης και στο πηγαίο ταλέντο και στο έξυπνο πενάκι του γελοιογράφου σας.

Iωαννης Λαππας – Δρ Θεολογίας