ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΑΝΑΓΝΩΣΤΩΝ

Κάποιοι να διαβάσουν Μάρκο Αυρήλιο

Κύριε διευθυντά
Πολύς λόγος έγινε για την εικόνα της συνάντησης του Ελληνα πρωθυπουργού Αλ. Τσίπρα και του Αμερικανού προέδρου Μπαράκ Ομπάμα, όπως αυτή αποτυπώθηκε στον φωτογραφικό φακό, κατά την επίσκεψη του τελευταίου στη χώρα μας. Σε πολλούς παρατηρητές της συναντήσεως δεν άρεσε η στάση σώματος του πρώτου, τους φάνηκε ότι πρόδιδε τουλάχιστον αμηχανία, αν όχι έλλειψη κοσμιότητας. Αλλους πάλι, φαίνεται ότι τους καταγοήτευσε η στάση σώματος του δεύτερου, ο τρόπος που κοίταζε τον συνομιλητή του και «οργάνωνε» την επικοινωνία μαζί του. Ασχέτως προτιμήσεων και προσωπικής αισθητικής, χρήσιμο είναι να ανατρέξει κανείς στην αναζήτηση κανόνων για την περίσταση – αν τέτοιοι κανόνες υπήρχαν κάπου διατυπωμένοι (και δεν εννοώ σύγχρονα «πρωτόκολλα» και «σαβουάρ βιβρ» αμφιβόλου αξίας). Διότι η άσκηση οποιασδήποτε κριτικής, χωρίς την παράλληλη αναφορά σε κανόνες, είναι άνευ νοήματος: Γεννά την υποψία είτε υποκειμενικής αυθαιρεσίας είτε –το χειρότερο– πολιτικής εμπάθειας και ιδεολογικής διαφωνίας. Νομίζω, λοιπόν, ότι τέτοιος κανόνας έχει πράγματι διατυπωθεί από τον Μάρκο Αυρήλιο Αντωνίνο Αύγουστο γύρω στα 174-180 μ.Χ. στο περίφημο «Εις εαυτόν» του (Κεφ. Ζ΄, 7.60): «Δει και το σώμα πεπηγέναι και μη διερρίφθαι μήτε εν κινήσει μήτε εν σχέσει. Οίον γαρ τι επί του προσώπου παρέχεται η διάνοια συνετόν αυτό και εύσχημον συντηρούσα, τοιούτο και επί όλου του σώματος απαιτητέον. Πάντα δε ταύτα συν τω ανεπιτηδεύτω φυλακτέα».  Για την τήρηση του κανόνα, απαιτείται μόνον οι σύγχρονοι ηγέτες –τόσον όσοι εμφανίζονται ανεπιτήδευτοι όσο και όσοι μοιάζουν επιτηδευμένοι– να έχουν καλά υπόψη τους κλασικά έργα σπουδαίων πολιτικών ανδρών, όπως το προαναφερθέν. Aραγε, τα έχουν;

Κ. Τεισιας, Αθήνα

Οι Eνώσεις των δικαστών

Κύριε διευθυντά
Μετά την ευθέως αντισυνταγματική πρόταση και επιμονή(!) κάποιων δικαστικών να αυξηθεί, με κοινό νόμο, το όριο ηλικίας για την αποχώρησή τους από την υπηρεσία, ζήτημα που δημιούργησε έντονες αντιπαραθέσεις μεταξύ δικαστών και εξέθεσε το σώμα στην κοινή γνώμη, συγχρόνως ανέκυψε και έτερο ζήτημα, ως προς το εάν υπάρχει δικαίωμα των δικαστών να συγκροτούν και επιμέρους ολιγομελείς ενώσεις. Τέτοιο δικαίωμα δεν υπάρχει για τους εξής λόγους:

• Στο άρθρ. 12 παρ. 1 του Συντ. ορίζεται ότι: «Οι Ελληνες έχουν το δικαίωμα να συνιστούν ενώσεις και μη κερδοσκοπικά σωματεία, τηρώντας τους νόμους…», στην έννοια δε «των νόμων» που πρέπει να τηρούνται νοείται προφανώς και το Σύνταγμα. Περαιτέρω, και ειδικά για τους δικαστές, ο συντακτικός νομοθέτης έθεσε τον κανόνα στο άρθρ. 89 παρ. 5 Σ ότι «Επιτρέπεται η συγκρότηση “ένωσης” δικαστικών λειτουργών, όπως νόμος ορίζει». Με τη διατύπωση αυτή το Σύνταγμα, εκτός από την απαγόρευση απεργίας (άρθρ. 23 παρ. 2 Σ), προέβλεψε, κατά το γράμμα του, και τη σύσταση μιας και μόνον ένωσης για τους δικαστικούς λειτουργούς.

• Η παραπάνω διάταξη είναι λοιπόν «ειδική», αφού αναφέρεται μόνον στους δικαστικούς λειτουργούς, σε σχέση με τη «γενική» διάτ. του άρθρ. 12 παρ. 1 Σ, το οποίο, εμμέσως πλην σαφώς, παραπέμπει, προκειμένου να συσταθεί ένωση από δικαστές, στη ρύθμιση του άρθρ. 89 παρ. 5 Σ. Ετσι, το δικαίωμα αυτό των δικαστών βρίσκει έρεισμα μόνο στην παραπάνω ειδική διάταξη, όπου και αποκλειστικώς αυτοί υπάγονται.

• Τα εκτεθέντα συμβαδίζουν με τη γενικότερη αρχή ότι η ειδική διάταξη κατισχύει της γενικής και δεν επιδέχεται διασταλτική ερμηνεία (ΣΕ 3884/2014, Απ. Γεωργιάδης, Γεν. Αρχές 2012, §6 αριθμ. 37, Κ. Σημαντήρας, Γεν. Αρχές 1988, σελ. 127), ταύτα δε επιβάλλονται και από την αξίωση τήρησης της αρχής της ενότητας της έννομης τάξης και, εν προκειμένω, της συνταγματικής τάξης, ώστε να αποφεύγονται οι αντινομίες (Engisch-Σπινέλλης, Εισαγωγή, 1981, σελ. 194). Είναι λοιπόν εδώ εφαρμοστέα μόνον η διάτ. του άρθρ. 89 παρ. 5 Σ, με την επιφύλαξη ότι οι ειδικότερες προϋποθέσεις για τη σύσταση ένωσης θα ρυθμισθούν με νόμο, όπως αναφέρεται, ο οποίος πάντως δεν έχει εκδοθεί μέχρι σήμερα.

• Εν προκειμένω, το 1975 που τέθηκε σε ισχύ το Σύνταγμα υπήρχε μόνον η Ενωση δικαστών και εισαγγελέων Ελλάδος, μεταγενεστέρως δε συστάθηκαν η Ενωση δικαστικών λειτουργών ΣτΕ, η Ενωση δικαστών του Ελ. Συνεδρίου, η Ενωση διοικ. δικαστών και η Ενωση Εισαγγελέων. Ετσι, το αναμφισβήτητο αυτό νομικό γεγονός των πέντε ενώσεων που λειτουργούν τουλάχιστον εδώ και τριάντα χρόνια και καλύπτουν όλους τους επιμέρους κλάδους δικαστών, δεν μπορεί να μη ληφθεί υπ’ όψιν (=«η κανονιστική δύναμη του πραγματικού») κατά την ερμηνεία που τελικά προκρίνω για το άρθρ. 89 παρ. 5 Σ, ότι δηλαδή αυτό εννοεί τη σύσταση μιας μόνον ένωσης, αλλά κατά κλάδον, ενόψει των ιδιαιτεροτήτων τους. Τα ανωτέρω γίνονται δεκτά κατ’ άκραν «επιείκεια», η οποία επιτρέπει την ευέλικτη ερμηνεία αυστηρής διάταξης, αλλά και κατά τη «φύση του πράγματος» που αιτιολογεί επαρκώς διάσπαση των ενώσεων κατά κλάδους. Αρα, οι παραπάνω πέντε ενώσεις νομίμως λειτουργούν.

• Εφόσον, όμως, έγινε επιεικώς δεκτή η ερμηνευτική διεύρυνση, κατά κλάδους, της αυστηρής διατύπωσης του Συντάγματος, έπεται ότι, κατά μείζονα λόγο, το Σύνταγμα δεν ανέχεται την όποια περαιτέρω κατάτμηση των παραπάνω ενώσεων σε μερικότερες επιμέρους, με το επιχείρημα, δήθεν, της εν προκειμένω εφαρμογής της γενικής διάταξης του άρθρ. 12 παρ. 1 Σ, αφού αυτή δεν ισχύει για τους δικαστές. Αρα,  η νωπή «Ενωση ανωτάτων και ανωτέρων δικαστών και εισαγγελέων» δεν συμπλέει με το Σύνταγμα, αλλά για τη διάλυσή της χρειάζεται δικαστική απόφαση, κατ’ άρθρ. 12 παρ. 2 Σ. Τελευταία, οι πολιτικοί δικαστές μας εντυπωσιάζουν με τις πρωτοτυπίες τους.

Πέτρος Ι.  Παραράς, Καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου, επίτιμος αντιπρόεδρος ΣτΕ

Ποια πρωτοβάθμια φροντίδα υγείας;

Κύριε διευθυντά
Στην «Κ» της 27ης Νοεμβρίου η κ. Πέννυ Μπουλούτζα περιγράφει εύστοχα μεγάλες ελλείψεις γενικών γιατρών και άλλα προβλήματα στην παροχή υπηρεσιών υγείας, τα οποία αποδίδει σε «ανορθολογική ανάπτυξη του Συστήματος Υγείας» και «στρεβλή αξιοποίηση του ιατρικού δυναμικού» της χώρας μας. Ομως, όπως είναι γνωστό, για να διορθώσουμε ένα πρόβλημα πρέπει προηγουμένως να βρούμε την αιτία που το προκαλεί. Το 2009 η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δημοσίευσε έρευνα για την πρωτοβάθμια ιατρική φροντίδα στις χώρες της Ευρωπαϊκής Ενωσης (Ε.Ε.). Το έτος 2006 η Ελλάδα διέθετε 7,9 γιατρούς πρωτοβάθμιας φροντίδας ανά 100.000 κατοίκους, ενώ η Γαλλία είχε 165,1, το Βέλγιο 177,3 και η Βουλγαρία 366,5. Δεν γνωρίζω αν έκτοτε η κατάστασή μας έχει βελτιωθεί, όμως οι αριθμοί δείχνουν ότι πιθανώς συμβαίνει το αντίθετο. Για παράδειγμα, το 1994 είχαμε 9 τέτοιους γιατρούς ανά 100.000 κατοίκους. Με τέτοια δεδομένα πώς να μην υπάρχουν ελλείψεις; Στη χώρα μας υπεύθυνο για τον προγραμματισμό του ιατρικού δυναμικού, δηλαδή για τον καθορισμό του αριθμού των γιατρών που εκπαιδεύονται ετησίως σε κάθε ειδικότητα, είναι το υπουργείο Υγείας. Πέραν αυτού το υπουργείο ασκεί ελλιπέστατα όλες τις διοικητικές αρμοδιότητες που σχετίζονται με τη μεταπτυχιακή ιατρική εκπαίδευση, ακόμη και τις πιο ασήμαντες. Εκτός από την απόλυτη κυριαρχία του κράτους τα κύρια χαρακτηριστικά του «ελληνικού συστήματος» είναι: πλήρης απουσία των επιστημονικών και επαγγελματικών ιατρικών ενώσεων, ανύπαρκτα ή εξαιρετικώς ελαστικά κριτήρια εκπαίδευσης και παντελής έλλειψη αξιολόγησης. Κατ’ αντίθεση προς αυτό το κρατικίστικο πρότυπο η Ε.Ε. ορίζει: «Κάθε κράτος-μέλος (πρέπει να) διαθέτει έναν εθνικό φορέα» υπεύθυνο για τον συντονισμό, την επίβλεψη, την αξιολόγηση και την εύρυθμη λειτουργία της μεταπτυχιακής ιατρικής εκπαίδευσης καθώς και για τον προγραμματισμό του ιατρικού δυναμικού της χώρας. Σκοπός του φορέα είναι η εναρμόνιση της ιατρικής εκπαίδευσης στα κράτη-μέλη, ώστε η παρεχόμενη ιατρική φροντίδα σε όλους τους πολίτες της Ε.Ε. να είναι υψηλής στάθμης. Για την επίτευξη αυτού του σκοπού η Ε.Ε. εξέδωσε σχετικές οδηγίες και συστάσεις, τις οποίες έχουν εφαρμόσει όλες οι χώρες της Ενωσης πλην της Ελλάδας. Αν θέλουμε όχι μόνον να βελτιωθεί η πρωτοβάθμια φροντίδα υγείας αλλά και να εκλείψουν οι διάφορες παθογένειες του Εθνικού Συστήματος Υγείας στη χώρα μας, πρέπει άμεσα να εφαρμόσουμε κι εμείς τις σχετικές οδηγίες και συστάσεις της Ε.Ε. Σημειώνεται ότι η πρώτη οδηγία έχει εκδοθεί το 1975.

Θεοδόσιος Δόσιος, Συνταξιούχος ιατρός, πρώην εκπρόσωπος της χώρας μας στη Συμβουλευτική Επιτροπή της Ε.Ε. για την ιατρική εκπαίδευση