ΠΟΛΙΤΙΚΗ

«Ισως ο ευρωσκεπτικισμός να μην είναι το κύμα του μέλλοντος»

«Ισως ο ευρωσκεπτικισμός να μην είναι το κύμα του μέλλοντος»

Μπορεί στην ελληνική πολιτική σκηνή το ενδιαφέρον να στρέφεται στις κοινοβουλευτικές και πολιτικές «ισορροπίες τρόμου» μεταξύ των δύο πρώην κυβερνητικών εταίρων, ωστόσο η μεγάλη διεθνής εικόνα δεν χωράει τους μικροπολιτικούς ελληνικούς τακτικισμούς. Αντιθέτως, περιλαμβάνει σημαντικές πρωτοβουλίες, όπως η συμφωνία των Πρεσπών, αλλά και μείζονες κρίσεις, όπως το Brexit.

Με τρεις δεκαετίες διαδρομής στο διπλωματικό σώμα των ΗΠΑ και έχοντας θητεύσει, μεταξύ άλλων, ως πρέσβης στην Αθήνα (2004-2007) και ως αναπληρωτής υφυπουργός Ευρωπαϊκών Υποθέσεων (2000-2004), ο Τσαρλς Ρις (Charles Ries) αποδέχθηκε την πρόσκληση των «Σαββατιάτικων Συναντήσεων» σε μια συγκυρία που υπογράφεται το πρωτόκολλο ένταξης της Βόρειας Μακεδονίας στο ΝΑΤΟ και η Βρετανίδα πρωθυπουργός Μέι αναζητεί συμβιβαστική λύση για να αποτραπεί ένα άτακτο Brexit.

Παρά το γεγονός ότι έχει εξαιρετική εικόνα για τις εξελίξεις στην περιοχή (σ.σ. Πέραν της δικής του πορείας, η σύζυγός του διετέλεσε πρέσβης των ΗΠΑ σε Τίρανα και Σόφια!), ο κ. Ρις αρνείται, ευγενικά αλλά επίμονα, να συζητήσουμε για τις Πρέσπες. Επικαλείται το διπλωματικό savoir vivre έναντι του εν ενεργεία συναδέλφου του στην Αθήνα Τζέφρεϊ Πάιατ. Δεν αρνείται, ωστόσο, πως η σταθερότητα στην περιοχή θεωρείται, ακόμη, προϋπόθεση για την ευρωπαϊκή ασφάλεια. «Οπως και τη δεκαετία του 1990, η επίτευξη ειρήνης και ασφάλειας στην Ευρώπη εξαρτάται από την επίτευξη σταθερότητας και ευημερίας στα Δυτικά Βαλκάνια», σχολιάζει, προσθέτοντας πως «η ένταξη της Αλβανίας στο ΝΑΤΟ και, εκτιμώ, σύντομα και της Βόρειας Μακεδονίας είναι σημαντικά βήματα προς τα εμπρός». Εκφράζει, δε, εμμέσως την ελπίδα ότι οι χώρες αυτές θα συνεχίσουν τον δρόμο τους προς την Ε.Ε. «Η περαιτέρω διεύρυνση της Ε.Ε. θα εξαρτηθεί και από τις εξελίξεις στο εσωτερικό της Ενωσης, αλλά ελπίζω ότι η Ε.Ε. θα παραμείνει ανοικτή σε χώρες της περιοχής που πληρούν τα υψηλά πρότυπά της για τη δημοκρατία, τα ανθρώπινα δικαιώματα και την καταπολέμηση της διαφθοράς και είναι διατεθειμένες να καταβάλουν σημαντικές προσπάθειες για την ένταξή τους».

Εκ των αντιπροέδρων του think tank RAND, ο κ. Ρις έχει επικεντρωθεί από το 2016 στο Brexit και στις συνέπειές του. Αυτό, άλλωστε, θα είναι το αντικείμενο της ομιλίας του, την 1η Μαρτίου, στο Οικονομικό Φόρουμ των Δελφών. Δυόμισι χρόνια μετά το δημοψήφισμα και 49 ημέρες πριν από την προγραμματισμένη αποχώρηση του Ηνωμένου Βασιλείου από την Ε.Ε., ο 68χρονος Τσαρλς Ρις δεν κρύβει την ανησυχία του για την τροπή των πραγμάτων. «Αν δεν μπορέσουμε να κάνουμε τίποτα για να αναβάλουμε τα πράγματα, η Βρετανία θα αποσυρθεί από την Ε.Ε. χωρίς συμφωνία στις 29 Μαρτίου. Αυτή θα είναι η χειρότερη, από οικονομικής άποψης, εκδοχή τόσο για τη Βρετανία όσο και για τους εμπορικούς της εταίρους».

Κάτοχος μεταπτυχιακών και διδακτορικών τίτλων στις διεθνείς σχέσεις από το Πανεπιστήμιο Johns Hopkins, ο κ. Ρις εκτιμά πως, «από τη σκοπιά της Βρετανίας, όλα τα σενάρια συνεπάγονται οικονομικό κόστος, σε σύγκριση με την παραμονή στην Ε.Ε.». «Από την ανάλυσή μας στο RAND προέκυψε ότι για τους Βρετανούς το πιο δαπανηρό σενάριο θα ήταν μακράν η έξοδος χωρίς συμφωνία. Ελλείψει συμφωνίας, τα βρετανικά και τα κοινοτικά εμπορεύματα που διασχίζουν τη Μάγχη θα υπόκεινται σε δασμούς. Ακόμα, όμως, και μια συμφωνία ελευθέρων συναλλαγών, τύπου Ε.Ε. – Καναδά, θα ήταν οικονομικά χειρότερη από τη συμμετοχή στην Ε.Ε., καθώς θα απαιτούσε τελωνειακούς ελέγχους για την προέλευση των εμπορευμάτων. Και αυτό θα είχε κόστος», προσθέτει.

Τα νήματα της οικονομίας και της ζώσας πολιτικής δεν μπλέκονται μόνον στο Λονδίνο αλλά, κυρίως, στο Μπέλφαστ. «Είναι εξαιρετικά σοβαρό το πρόβλημα της Βόρειας Ιρλανδίας, καθώς η Συμφωνία της Μεγάλης Παρασκευής (σ.σ. η συμφωνία που υπεγράφη στις 10 Απριλίου 1998 και έθεσε τέρμα στις αιματηρές συγκρούσεις ρωμαιοκαθολικών και προτεσταντών στη Βόρεια Ιρλανδία) βασίζεται πολιτικά σε ένα πλήρως ανοικτό σύνορο. Οταν το Ηνωμένο Βασίλειο εγκαταλείψει την Ε.Ε., τα σύνορα μεταξύ της Βόρειας Ιρλανδίας και της Δημοκρατίας της Ιρλανδίας γίνονται τα μόνα χερσαία σύνορα μεταξύ Ηνωμένου Βασιλείου και Ε.Ε.», εξηγεί ο κ. Ρις. «Προκειμένου να προστατευθεί η συμφωνία, η Ε.Ε. επιμένει ότι το Ηνωμένο Βασίλειο, ύστερα από μια μεταβατική περίοδο, θα πρέπει να παραμείνει εντός της τελωνειακής ένωσης (με ίδιους εξωτερικούς δασμούς, ίδιους ρυθμιστικούς κανόνες) μέχρις ότου κάποια άλλη λύση είναι τεχνικά εφικτή».

Η ιδέα αυτή του backstop, όπως χαρακτηρίστηκε, είναι που ξεσήκωσε πολλούς και οδήγησε στις διαδοχικές κοινοβουλευτικές ήττες της Μέι. «Οι υπερασπιστές της εξόδου, οι leavers, φοβούνται ότι η χώρα δεν θα ανακτήσει ποτέ την κυριαρχία να συνάπτει δικές της εμπορικές συμφωνίες ή να ενεργοποιήσει τα ρυθμιστικά της συστήματα», αναφέρει ο κ. Ρις, πριν επιχειρήσει να περιγράψει το τρέχον βρετανικό αδιέξοδο: «Υπάρχουν οι leavers που αντιτίθενται στο backstop, αυτοί που θα ήθελαν νέο δημοψήφισμα ως βάση παραμονής στην Ε.Ε. και τέλος εκείνοι που τρομάζουν στην ιδέα να μην υπάρξει συμφωνία. Πρακτικώς είναι αδύνατη η επίτευξη πλειοψηφίας στο βρετανικό Κοινοβούλιο έναντι όποιας συμφωνίας».

Του επισημαίνω πως η βρετανική περιπέτεια έχει στον πυρήνα της τον αυξανόμενο ευρωσκεπτικισμό, μια τάση εθνικής περιχαράκωσης, που καταγράφεται και στις ΗΠΑ.

«Είναι αλήθεια πως ο ευρωσκεπτικισμός αυξάνεται σε ορισμένες χώρες της Ε.Ε. Ορισμένοι Αμερικανοί είναι επίσης επιφυλακτικοί όσον αφορά την αξία των διεθνών δεσμεύσεων και των πολυμερών θεσμών», αναγνωρίζει. «Μέρος αυτού του φαινομένου μπορεί να αποδοθεί στους συνήθεις πολιτικούς κύκλους. Ενα άλλο μέρος μπορεί να ερμηνευθεί ως αντίδραση στην αύξηση των ανισοτήτων και στην απώλεια της οικονομικής αισιοδοξίας των πολιτών, γεγονός που τροφοδοτεί και την εχθρότητα προς τις ελίτ, καθώς αυτές θεωρούνται ότι αδιαφορούν για τα προβλήματα αυτά».

«Από την άλλη, η αναταραχή και το κόστος του Brexit δείχνουν σε πολλούς Ευρωπαίους τη διαχρονική αξία της Ε.Ε., οπότε ο ευρωσκεπτικισμός μπορεί να μην είναι το κύμα του μέλλοντος που φαίνεται», σημειώνει. Ως προς τις ΗΠΑ, ο κ. Ρις θεωρεί πως «καταγράφεται και στο Κογκρέσο αποφασιστική στροφή προς την ιδέα ότι η Αμερική είναι ισχυρότερη λόγω των συμμαχιών της. Τελικά, σε δύσκολους καιρούς, είναι ακόμη πιο σημαντικό για τους φίλους να στέκονται ο ένας δίπλα στον άλλο».