ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Ο επταετής πόλεμος του Αλέξη Τσίπρα με τον Γιάννη Στουρνάρα

Ο επταετής πόλεμος του Αλέξη Τσίπρα με τον Γιάννη Στουρνάρα

Η σύγκρουση του ΣΥΡΙΖΑ με τον διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος ξεκίνησε από την πρώτη ημέρα που ο Γιάννης Στουρνάρας ανέλαβε καθήκοντα υπουργού Οικονομικών στην κυβέρνηση Σαμαρά – Βενιζέλου στις 5 Ιουλίου 2012. Η τότε αξιωματική αντιπολίτευση υπό τον Αλέξη Τσίπρα ερχόταν συχνά σε σκληρή αντιπαράθεση με τον κ. Στουρνάρα, ο οποίος αναλάμβανε στο Κοινοβούλιο το βάρος της υπεράσπισης της κυβερνητικής πολιτικής. Ο οικονομολόγος καθηγητής με διδακτορικό από την Οξφόρδη και γιος κομμουνιστή ήταν και παραμένει αντίπαλον δέος και (εκ της θέσης του) «θεσμικό εμπόδιο» για τους σχεδιασμούς πολιτικών που αναδείχθηκαν μέσα από φοιτητικά κομμουνιστικά φυτώρια, πιστεύοντας ότι μια άλλη νομισματική αρχιτεκτονική μπορεί να είναι εφικτή για την Ελλάδα και την Ευρώπη του μέλλοντος. Από τις 10 Ιουνίου 2014, όταν ο ΣΥΡΙΖΑ αντέδρασε στον διορισμό του στην Τράπεζα της Ελλάδος, έως πρόσφατα, όταν ο αναπληρωτής υπουργός Υγείας Παύλος Πολάκης επιχείρησε ένα είδος τηλεφωνικού εκφοβισμού με αφορμή την υπόθεση διερεύνησης της νομιμότητας ενός δανείου του, ο κ. Στουρνάρας παραμένει ίσως ο προσφιλέστερος και πιο σταθερός στόχος της κυβέρνησης.

Τον θεωρούσαν εμπόδιο

Ο πρώτος υπουργός Οικονομικών της κυβέρνησης Τσίπρα Γιάνης Βαρουφάκης περιγράφει στο βιβλίο του «Ενήλικοι στο δωμάτιο» με θέμα την εποποιία του 2015, ότι ο κ. Τσίπρας διαβεβαίωνε τους συνεργάτες του πως το πρώτο που θα έκανε όταν θα γινόταν πρωθυπουργός, θα ήταν «να διώξει με τις κλωτσιές» τον διοικητή της ΤτΕ. Σύμφωνα με διασταυρούμενες πηγές, ο πρωθυπουργός και οι στενοί συνεργάτες του πίστευαν ακράδαντα ότι ο κ. Στουρνάρας ήταν το κυρίαρχο εμπόδιο σε μια «σκληρή διαπραγμάτευση» που θα οδηγούσε στην κατάργηση του μνημονίου. Μία από τις ιδέες που είχαν απήχηση σε κυβερνητικούς κύκλους εκείνη την εποχή ήταν η έφοδος στο Νομισματοκοπείο και η κατάσχεση του αποθέματος χαρτονομισμάτων από το ελληνικό κράτος. Μια άλλη φιλόδοξη ιδέα ήταν το «σχέδιο» για την υποστήριξη των τραπεζών με έκτακτη χρηματοδότηση της ΤτΕ μέσω του μηχανισμού ELA, κάτι που θα επέτρεπε στην Αθήνα να συνεχίσει τη «διαπραγμάτευση», αγνοώντας τους κανόνες και τους περιορισμούς της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Με απλά λόγια, η απαίτηση του επιτελείου Τσίπρα προς την ΤτΕ ήταν «δώστε στις τράπεζες έκτακτη χρηματοδότηση, αγνοώντας τη Φρανκφούρτη, έτσι ώστε εμείς να έχουμε άνεση να επιμείνουμε στη διαπραγμάτευση».

Η πραγματικότητα ήταν ότι τίποτα από αυτά δεν είχαν οποιαδήποτε λογική και πρακτική αξία, αφού και οι δύο ιδέες («γιουρούσι» στον Χολαργό και μονομερή στήριξη τραπεζών), αν υλοποιούνταν από έναν πρόθυμο διοικητή, θα ενεργοποιούσαν διαδικασίες για την έξωση του «κράτους-πειρατή» από το ευρωσύστημα. Η Ευρώπη δεν είχε την «πολυτέλεια» να επικυρώσει την αρχή ότι ένα κράτος μπορεί να αποφασίζει για τις τράπεζές του αδιαφορώντας για όλα τα υπόλοιπα. Για να περιφρουρήσει την αρχή της αμoιβαιότητας θα αποφάσιζε έκτακτο Grexit.

Ολα αυτά τα στοιχειώδη δεν μπορεί να μην τα γνώριζαν οι κυβερνώντες. Οπότε από τότε το ερώτημα παραμένει: Διέσωσε ο κ. Στουρνάρας την Ελλάδα από ένα «προσχεδιασμένο ατύχημα» που θα την έσπρωχνε σε έναν δρόμο χωρίς επιστροφή; Κάποιοι θεωρούν πως «ναι, εμπόδισε μια προμελετημένη σύγκρουση που θα εξελισσόταν σε βαθιά μεταβολή», ενώ άλλοι επιμένουν ότι αυτή η ερμηνεία είναι υπερβολική και ότι ποτέ ο ΣΥΡΙΖΑ δεν ήθελε στ’ αλήθεια να επιβάλει στη χώρα τις έκτακτες συνθήκες ενός δραχμικού καθεστώτος. Οι γνωρίζοντες λένε, πάντως, ότι κατά τα Ιουλιανά του 2015 η Τράπεζα της Ελλάδος συνέβαλε ώστε το Μέγαρο Μαξίμου να κατανοήσει ότι μια ενδεχόμενη απόφαση που θα έφερνε την αποχώρηση από το ευρώ, θα μπορούσε να επισύρει ποινική ευθύνη λόγω του αναπόφευκτου μηδενισμού της εθνικής περιουσίας, που συμπυκνώνεται στους τραπεζικούς ισολογισμούς.

Η εσπευσμένη συμφιλίωση του Μεγάρου Μαξίμου με την ευρωπαϊκή κανονικότητα δεν συνοδεύθηκε από «κανονικοποίηση» των σχέσεων με τον κ. Στουρνάρα. Οι επιθέσεις βρίσκονταν στην ημερήσια διάταξη με κάθε λογής αφορμή, καθώς ο διοικητής καλείτο να τοποθετηθεί σε εξεταστικές επιτροπές της Βουλής σχεδόν ως κατηγορούμενος – πότε για τις συμβάσεις του Δημοσίου για τη Siemens και πότε για τα «δάνεια των κομμάτων». Η απροθυμία του να αποκρύψει δεδομένα, όπως το κόστος της «σκληρής διαπραγμάτευσης» που κατά τους υπολογισμούς της ΤτΕ κόστισε 86 δισ. ευρώ, ουδόλως βοήθησε στη διαμόρφωση φιλικών σχέσεων.

Η σφοδρότερη σύγκρουση, όμως, οφείλεται στην υπόθεση της Τράπεζας Αττικής. Η μη συστημική τράπεζα ακολουθούσε μια διαδικασία δανειοδοτήσεων, η οποία ετέθη υπό τον έλεγχο της Τράπεζας της Ελλάδος και ευρέθη προβληματική. Επιχειρηματίες που εμφανίζονταν φιλικοί προς στην κυβέρνηση –όπως ο εργολάβος Χρήστος Καλογρίτσας, αλλά και άλλοι– μπορούσαν να έχουν προνομιακή δανειοδότηση χωρίς τις αντίστοιχες εξασφαλίσεις. Η εικόνα που δημιουργήθηκε ήταν αυτή μιας τράπεζας που επιχειρήθηκε να λειτουργήσει με πολιτικούς όρους, προκαλώντας ζημία εκατοντάδων εκατομμυρίων στους μετόχους της. Ο κ. Στουρνάρας απέστειλε στη Δικαιοσύνη το σχετικό πόρισμα των υπηρεσιών της Τράπεζας της Ελλάδος. Την επόμενη ημέρα, στις 16 Σεπτεμβρίου 2016, πραγματοποιήθηκε έφοδος των φορολογικών αρχών στα γραφεία της εταιρείας επικοινωνίας και διοργάνωσης συνεδρίων Mindshare που ανήκει στη σύζυγό του, Λίνα Νικολοπούλου. Το συμβάν προκάλεσε τηλεφωνική επικοινωνία την ίδια ημέρα του διοικητή με τον πρωθυπουργό, ο οποίος δήλωσε άγνοια για την έφοδο. Και ενώ μερίδα του Τύπου διατηρεί έκτοτε στο στόχαστρο την κ. Νικολοπούλου χωρίς να έχει προκύψει οποιαδήποτε κατηγορία, η Δικαιοσύνη προχώρησε μόλις πρόσφατα στις πρώτες διώξεις για την υπόθεση της Τράπεζας Αττικής.

«Εδώ Πολάκης»

Ολόκληρο το 2017 και το 2018 πέρασε με το ζεύγος Στουρνάρα να είναι στόχος συνεχών επικριτικών δημοσιευμάτων. Ο Νίκος Παππάς, ο Χρήστος Σπίρτζης, ο Δημήτρης Τζανακόπουλος, αλλά και ο Παύλος Πολάκης τιμούσαν ανελλιπώς τον κ. Στουρνάρα τοποθετώντας τον στα πρόσωπα με τα οποία συντηρούσαν αντιπαράθεση. Ανάμεσα στα «λάθη» του διοικητή ήταν ότι υποστήριζε πως ο πρωθυπουργός έπρεπε να ζητήσει την περίφημη «πιστοληπτική γραμμή», έτσι ώστε να διαμορφωθεί κλίμα ενισχυμένων εγγυήσεων, μέσα στο οποίο το κράτος θα μπορούσε να επανασυνδεθεί ασφαλέστερα με τις αγορές και οι τράπεζες θα είχαν μεγαλύτερη ευχέρεια στο να προχωρήσουν στην εξυγίανσή τους. Η κυβέρνηση προτίμησε την «καθαρή έξοδο», ενώ ο κ. Στουρνάρας είδε το όνομά του στη δικογραφία που σχηματίστηκε από τις καταθέσεις «προστατευόμενων μαρτύρων» για την υπόθεση Novartis. Ο Παύλος Πολάκης σε περυσινή τοποθέτησή του στη Βουλή είχε υπαινιχθεί ότι διέθετε γνώση για την ταυτότητα των προστατευόμενων μαρτύρων. Εναν χρόνο μετά, η πληροφορία για τον έλεγχο νομιμότητας δανείου του ύψους 100.000 ευρώ από την Τράπεζα Αττικής που διέταξε η Τράπεζα της Ελλάδος, τον παρέσυρε εν θερμώ να τηλεφωνήσει στον κ. Στουρνάρα και να δημοσιοποιήσει το περιεχόμενο της συνομιλίας, η οποία κατά τον διοικητή υπήρξε προϊόν καταγραφής.