ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Επικοινωνιακό τέχνασμα από την κυβέρνηση για τους συνεπείς δανειολήπτες

Επικοινωνιακό τέχνασμα από την κυβέρνηση για τους συνεπείς δανειολήπτες

Με μεταχρονολογημένο επικοινωνιακό τέχνασμα, επιχείρησε στη Βουλή να απαντήσει η κυβέρνηση στην από καιρό υποβληθείσα πρόταση του αρχηγού της αξιωματικής αντιπολίτευσης για «επιβράβευση» των συνεπών δανειοληπτών. Το ζήτημα επανήλθε, με πρωτοβουλία της κυρίας Θεοδώρας Μπακογιάννη, στο πλαίσιο της συζήτησης επί της νομοθετικής ρυθμίσεως την οποία προώθησε η κυβέρνηση για την αντιμετώπιση των λεγόμενων κόκκινων δανείων με υποθήκη την πρώτη κατοικία. Για κυβερνητική προχειρότητα, γινόταν λόγος στο Περιστύλιο, με τους παρατηρητές να επισημαίνουν ότι ενδεικτικό της στάσης ΣΥΡΙΖΑ είναι πως μέσα σε λίγη ώρα, άλλαξε τρεις θέσεις: Από το «μείς το είπαμε πρώτα», πέρασαν στο «μπορούμε να το δούμε άμεσα τώρα», για να καταλήξουν ότι «χρειάζεται να το δούμε κάποια στιγμή στο μέλλον και όχι τώρα».

«Ο κ. Μητσοτάκης, όταν είδε την Ένωση Τραπεζών έκανε τη συγκεκριμένη πρόταση. Να υπάρξει ένα μικρό μπόνους επιβράβευσης στους δανειολήπτες, οι οποίοι πληρώνουν τα δάνεια τους. Σας ζητήθηκε το ίδιο από την Κυβέρνηση; Εάν ναι, γιατί το αρνηθήκατε;» ρώτησε η κυρία Μπακογιάννη ευθέως την γ.γ. της Ελληνικής Ενωσης Τραπεζών κυρία Χαρούλα Απαλαγάκη. «Οσο ήμουν μπροστά δεν την άκουσα. Εγώ δεν ξέρω εάν η κυβέρνηση έκανε τέτοια πρόταση. Μπορώ να σας πω, ότι εγώ προσωπικά ως Χαρούλα Απαλαγάκη, δεν την άκουσα. Εγώ δεν είμαι όλη η Ένωση. Είμαι ένας παράγων της Ένωσης», απάντησε η εκπρόσωπος της ΕΕΤ.

Εκείνη τη στιγμή, ωστόσο, παρενέβη ο Αντιπρόεδρος της κυβέρνησης και υπουργός Οικονομίας και Ανάπτυξης Ι.Δραγασάκης, σημειώνοντας ότι η πρόταση Μητσοτάκη, υπήρξε θέση της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ από το 2016: «Δεν παρακολουθείτε τις αποφάσεις του κυβερνητικού συμβουλίου, που από το 2016 έχουμε αποφασίσει και έχουμε ζητήσει από τις Τράπεζες να κάνουν αυτό το οποίο λέμε, να δείχνουν μια αναγνώριση στους καλοπληρωτές». Για να προσθέσει, αμέσως μετά, απευθυνόμενος στη βουλευτή της ΝΔ: «Εάν θέλετε να κάνετε μια τροπολογία, θα την δούμε θετικά». Ο κ. Δραγασάκης, εκτιμώντας ότι η τοποθέτηση αυτή μπορεί να προκάλεσε αμηχανία στο κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης, επανήλθε στη συνέχεια: «Εμείς ως Κυβέρνηση δεν είμαστε αντίθετοι με τη σκέψη της επιβράβευσης του καλού, του συνεπούς στις υποχρεώσεις του. Προσωπικά το έχω πει άπειρες φορές και στους τραπεζίτες». Μάλιστα, συμπλήρωσε ότι θα μπορούσε να αντιμετωπιστεί θετικά μια τέτοια τροπολογία και στο πλαίσιο του νομοσχεδίου που εισήχθη στην Ολομέλεια σήμερα προς ψήφιση. «Δεν ξέρω αν προλαβαίνουμε σε αυτό το νομοσχέδιο, ενθαρρύνω και τους συναδέλφους τους Ν.Δ. που το έθεσαν, αν θέλουν να ετοιμάσουν μια τροπολογία είτε σε αυτό, είτε σε άλλο νομοσχέδιο και το συζητάμε», είπε χαρακτηριστικά.

Αμέσως, το παρασκήνιο, προέκυψε η απορία: Αφού η κυβέρνηση γνωρίζει το θέμα και δεδομένου ότι και ο ίδιος ο Αντιπρόεδρος το έχει θέσει –προσωπικά, όπως ανέφερε- «άπειρες φορές» στους τραπεζίτες, γιατί δεν ανέλαβε την πρωτοβουλία μιας σχετικής νομοθετικής ρύθμισης εκείνη, και περιμένει από την ΝΔ;

«Το έχουμε προσπαθήσει, αλλά κάτι τέτοιο δεν γίνεται», σχολίαζε ανεπισήμως, ως απάντηση στο εύλογο ερώτημα κυβερνητικός παράγων. «Αντιδρά διαφωνώντας o Ευρωπαϊκός Μηχανισμός Σταθερότητας (ESM), οπότε εμείς δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα. Ας το φέρει η ΝΔ – που, όπως το βλέπω, δεν πρόκειται να το φέρει» πρόσθεσε.

Την ίδια στιγμή, στη συνεδρίαση κοινοβουλευτικής Επιτροπής, στην οποία συμμετείχε μετά από πρόσκληση και η εκπρόσωπος της Ελληνικής Ενωσης Τραπεζών, η κυρία Απαλαγάκη επιβεβαίωνε την προαναφερθείσα διαφωνία των Θεσμών: «Ας έρθει ο ΕSM να μας το επιτρέψει και εμείς ευχαρίστως να το κάνουμε δώρο. Μη συζητάμε τώρα πράγματα που δεν γίνονται». Παράλληλα, η κυρία Απαλαγάκη, χωρίς περιστροφές απέρριπτε την ιδέα Δραγασάκη για άμεση νομοθετική ρύθμιση επί του επίμαχου ζητήματος: «Κύριε Αντιπρόεδρε, αν μου επιτρέπετε, εμείς δεν θα θέλαμε αυτό το θέμα να το δούμε πριν δουλέψουμε στη βάση συγκεκριμένων στοιχείων».

Λαμβάνοντας το μήνυμα, τόσο ο αντιπρόεδρος, όσο και ο παριστάμενος υπουργός Επικρατείας Αλ. Φλαμπουράρης, «διόρθωσαν» την αρχική κυβερνητική τοποθέτηση, μιλώντας γενικόλογα για ρύθμιση κάποια στιγμή στο μέλλον, και πάντως όχι σε συνδυασμό με το υπό ψήφιση τωρινό νομοσχέδιο: «Αν υπάρχει διάθεση μπορεί να υπάρξει μια τροπολογία, μια συνεννόηση των κομμάτων και το βλέπουμε εν καιρώ και σε διάλογο προφανώς και με την Ένωση Τραπεζών», ανέφερε ο κ. Δραγασάκης. «Εγώ, νομίζω, ότι πρέπει οι τράπεζες να το δουν αυτό το θέμα και μαζί με εμάς και τους καταναλωτές, μήπως προχωρήσουμε σε μια ρύθμιση μετά από αυτό το νομοσχέδιο που θα ψηφιστεί αύριο», πρόσθεσε ο κ. Φλαμπουράρης.

Το σχόλιο Δραγασάκη

Σε νέα του παρέμβαση, αργά το απόγευμα, με αφορμή και το θέμα της «Κ», ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης είπε ότι δεν συμμερίζεται την προσέγγιση περί «επικοινωνιακών τεχνασμάτων» και αυτή τη φορά σημείωσε ότι το επίμαχο ζήτημα θα αντιμετωπιστεί «αργότερα». Είπε χαρακτηριστικά ο κ. Δραγασάκης:

«Οσον αφορά την επιβράβευση των συνεπών δανειοληπτών. Να διευκρινίσω ότι εγώ αυτό το θέμα, επειδή βλέπω δημοσιεύματα, δεν το θεωρώ θέμα επικοινωνιακών τεχνασμάτων. Επαναλαμβάνω: Συμφωνούμε ότι πρέπει να υπάρχει κάποιου είδους επιβράβευση των συνεπών δανειοληπτών. Είναι ένα ερώτημα αν εμείς νομοθετικά θα ορίσουμε, θα επιβάλλουμε στις τράπεζες το είδος και τη μορφή της επιβράβευσης ή θα το αφήσουμε ευρύτερο. Aκούσαμε, είδαμε, διαβάσαμε τη δήλωση του κ. Μητσοτάκη μετά από μία συνάντησή του με τραπεζίτες που έθεσε το θέμα. Το θεωρώ θετικό.

Με αυτή την έννοια, λοιπόν, λέω ότι εφόσον υπάρχει μία πλήρης συμφωνία των κομμάτων, να υπάρξει μία πρωτοβουλία να βρεθεί μία ρύθμιση, η οποία θα απαντάει σε αυτό το θέμα. Δεν είμαστε έτοιμοι σήμερα το κάνουμε. Θα έχουμε τον χρόνο να ανταποκριθούμε σε αυτό στην πορεία.

Επαναλαμβάνω ότι το θέμα προς συζήτηση είναι η μορφή. Δηλαδή, αν θα καθορίσουμε και τη μορφή ή θα χαράξουμε ένα πλαίσιο και μία τράπεζα να μπορεί να πει, «Επιστρέφω ένα μέρος των τόκων» ή «Προσφέρω μία ευχέρεια στον συνεπή δανειολήπτη», «Του δίνω μία προνομιακή εξυπηρέτηση σε άλλα θέματα» ή οτιδήποτε άλλο. Αυτό προσωπικά το θεωρώ ανοιχτό, ενδιαφέρον και εφόσον συμφωνούμε σε αυτό, μπορούμε να βρούμε μία λύση αργότερα».