ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Κυρ. Μητσοτάκης: «Ενωμένοι απέναντι στην κρίση»

gkat_04_2311_page_1_image_0001

Προβληματισμός για τις διαστάσεις που ήδη προσέλαβε ή και αναμένεται περαιτέρω να προσλάβει στο μέλλον το προσφυγικό-μεταναστευτικό φαινόμενο, καθώς επίσης και η ανάγκη το ζήτημα αυτό να αντιμετωπιστεί ως εθνικό μείζονος σημασίας, καταγράφηκε χθες στη Βουλή από τα όσα είπαν Κυριάκος Μητσοτάκης και Φωτεινή Γεννηματά, με αφορμή τη συζήτηση επίκαιρης ερώτησης της προέδρου του Κινήματος Αλλαγής.

«Πρέπει να μπορούμε να συνεννοηθούμε πριν να είναι πάρα πολύ αργά, γιατί μόνο έτσι θα αντιμετωπίσουμε αποτελεσματικά το πρόβλημα. Να ορθώσουμε, επιτέλους, ανάστημα, να ακουστεί δυνατά η φωνή μας», είπε η κυρία Γεννηματά και κάλεσε τον πρωθυπουργό να αναλάβει πρωτοβουλίες και σε ευρωπαϊκό επίπεδο. «Πρέπει, επιτέλους, να θέσουμε τις δικές μας προτεραιότητες και να βάλουμε τα δικά μας όρια».

Ο πρωθυπουργός, αφού σημείωσε ότι «το πρόβλημα έχει έρθει για να μείνει», τόνισε: «Εχουμε χρέος να δούμε κατάματα την πραγματικότητα και να αναλάβουμε τις ευθύνες μας όλοι μαζί. Και σ’ αυτήν την προσπάθεια θα ζητήσω και τη δική σας στήριξη εκτός Ελλάδος, κυρίως σε μια σειρά από ζητήματα στα οποία πιστεύω ότι υπάρχει απόλυτη συναντίληψη τουλάχιστον για την ευρωπαϊκή διάσταση του ζητήματος και τις υποχρεώσεις που πρέπει να αναλάβει η Ευρώπη».

Η κ. Γεννηματά απαντώντας υποστήριξε ότι σε ευρωπαϊκό επίπεδο προσφέρει αυτή τη στήριξη και επέμεινε να ζητεί πληροφορίες και διευκρινίσεις από τον πρωθυπουργό αναφορικά με τα σχέδια της κυβέρνησης για την εντός συνόρων κατάσταση.

Στο πλαίσιο αυτό, ο κ. Μητσοτάκης αναφέρθηκε εκ νέου μεταξύ άλλων στην αυστηρότερη πολιτική φύλαξης των συνόρων, στους κλειστούς φυλασσόμενους χώρους, στην αποσυμφόρηση των νησιών. «Ο,τι καλύτερο μπορεί να γίνει για την αντιμετώπιση αυτού του προβλήματος γίνεται. Και είμαστε πάντα ανοικτοί, αν υπάρχουν και άλλες προτάσεις, ιδέες, σκέψεις, να μπορέσουμε, με καλή πίστη, να τις συζητήσουμε. Απαιτείται ενωμένοι να ξεπεράσουμε αυτή την κρίση», σημείωσε ο κ. Μητσοτάκης.

Η πρόεδρος του ΚΙΝΑΛ σε νέα της παρέμβαση επισήμανε: «Η κρίση αυτή είναι σε εξέλιξη, θα συνεχίζεται. Κι αν δεν αλλάξουμε πολιτική, κι αν δεν αλλάξει η κοινή δήλωση Ευρωπαϊκής Ενωσης – Τουρκίας, κι αν δεν αλλάξει το “Δουβλίνο”, η κρίση θα μείνει εδώ, θα εγκατασταθεί. Και εμείς δεν είμαστε διατεθειμένοι να γίνουμε μοιραίοι για αυτόν τον τόπο και για τον ελληνικό λαό». Παράλληλα, εμφανίστηκε εξαιρετικά επιφυλακτική απέναντι στα ήδη ανακοινωθέντα μέτρα της κυβέρνησης: «Προσέξτε, κύριε πρωθυπουργέ, μη γίνει η κατάσταση χειρότερη. Απ’ όσα ανακοινώθηκαν προκύπτει κίνδυνος να έχουμε προβλήματα και στην ενδοχώρα. Επαναλαμβάνω ότι στο προσφυγικό-μεταναστευτικό χρειάζεται αλλαγή πολιτικής τώρα, στην ουσία».

Απαντώντας, ο πρωθυπουργός σημείωσε: «Αν κατάλαβα καλά από τις τοποθετήσεις σας, ουσιαστική διαφωνία για την πολιτική την οποία πρέπει να ακολουθήσουμε ή ακολουθούμε, εν πάση περιπτώσει ή θέλουμε να ακολουθήσουμε ως χώρα, δεν βλέπω να υπάρχει». Για να προσθέσει: «Είναι ένα πρόβλημα το οποίο μας αφορά όλους και όλοι μαζί θα το λύσουμε».

Αίσθηση, πάντως, προκάλεσε μια αναφορά του κ. Μητσοτάκη που καταδεικνύει τη μεγάλη έλλειψη κοινοτικής αλληλεγγύης σε εξαιρετικά ευαίσθητα ζητήματα όπως είναι αυτά τα οποία αφορούν τα παιδιά: «Πιο ευάλωτα απ’ όλους είναι τα ασυνόδευτα ανήλικα. Εχουμε γύρω στα χίλια διακόσια παιδιά αυτή τη στιγμή στις οργανωμένες δομές, αλλά έχουμε τέσσερις χιλιάδες παιδιά, τα οποία είτε βρίσκονται στη Μόρια, είτε σε άλλους χώρους σε συνθήκες άκρως προβληματικές, είτε βρίσκονται και περιφέρονται στους δρόμους της Αθήνας, δυστυχώς με τραγικές ιστορίες, τις οποίες όλοι γνωρίζετε. Επιχειρήσαμε ειδικά για τα ασυνόδευτα ανήλικα να έρθουμε σε συνεννόηση με όλες τις ευρωπαϊκές χώρες και να πούμε: Για τον Θεό, για τρεις χιλιάδες παιδιά συζητάμε. Θα κρατήσουμε εμείς τα χίλια πεντακόσια, τα υπόλοιπα τρεις χιλιάδες παιδιά δεν μπορούν να κατανεμηθούν σε είκοσι επτά χώρες, ώστε να αποδείξει η Ευρώπη την αλληλεγγύη της στον πιο ευαίσθητο τομέα και για νούμερα τα οποία τελικά είναι ασήμαντα για μεγάλες ευρωπαϊκές χώρες; Δυστυχώς, η απάντηση –και λυπάμαι που θα το πω– δεν τιμά την Ευρώπη. Η απάντηση την οποία πήραμε δεν ήταν θετική».