ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΣΔΙΤ – Η μεγάλη ευκαιρία για την ανάπτυξη στην Υγεία

athens-health-thumb-large--2

Λέγεται πως κάθε κρίση γεννά ευκαιρίες. Είναι αληθές. Αλίμονο αν δεν ίσχυε αυτό. Μία κρίση βγάζει στην επιφάνεια παθογένειες, ταυτόχρονα όμως δείχνει και το δρόμο για νέες πρακτικές, για νέες συμπεριφορές ατομικές και συλλογικές.

Πρόσφατο – και εν εξελίξει – παράδειγμα στην πατρίδα μας, η περίπτωση της πανδημίας του covid19.

Το υγειονομικό σύστημα της μεταμνημονιακής Ελλάδας δεν θα άντεχε μία ανεξέλεγκτη έξαρση της πανδημίας. Κανένα κράτος στον πλανήτη δεν το άντεξε. Ωστόσο η Ελλάδα των 10ετών περικοπών και σημαντικών ελλείψεων βρισκόταν σε δεινότερη θέση από άλλα κράτη του λεγόμενου δυτικού κόσμου.

Παρόλα αυτά μία εξόχως αποτελεσματική διαχείριση του Πρωθυπουργού Κ. Μητσοτάκη και των επιλογών του (επιστημονική ομάδα διαχείρισης, πολιτική προστασία), προστάτεψαν το Εθνικό Σύστημα Υγείας και κυρίως τον ίδιο τον πληθυσμό από μία εθνική τραγωδία.

Και το «έργο» του Covid19 δεν έχει ακόμη τελειώσει.

Η επιτυχής διαχείριση αυτού του πρώτου κύματος της επιδημίας έδωσε το χρόνο για μία εν μέρει θωράκιση των ΜΕΘ και του τρόπου υποδοχής και αντιμετώπισης των κρουσμάτων, ωστόσο όλη αυτή η «κρίση» είναι η ευκαιρία να δούμε επιτέλους την καθολική ανάταξη του συστήματος Υγείας με όρους σύγχρονους χωρίς παρωπίδες ή άλλες αγκυλώσεις.

Η άσκηση που πρέπει να λύσει πλέον η Ελλάδα, είναι με ποιό μοντέλο ανάπτυξης θα προχωρήσει, προκειμένου να αναδιαρθρώσει καθολικά την Υγεία ως θεσμό και ως τελική υπηρεσία.

Στο προεκλογικό κυβερνητικό πρόγραμμα της ΝΔ υπάρχει σαφής η αναφορά των Συμπράξεων Δημοσίου και Ιδιωτικού Τομέα (ΣΔΙΤ).

Σε δηλώσεις του ο Υπουργός Υγείας, Βασίλης Κικίλιας, ανακοίνωσε την Πέμπτη 16 Ιανουαρίου και πριν φυσικά την έκρηξη της πανδημίας,  την πιλοτική εφαρμογή των ΣΔΙΤ σε τρία δημόσια νοσοκομεία, τα δύο εκ των οποίων θα είναι στην Αττική και το τρίτο στην Περιφέρεια.

Είναι μία σημαντική αρχή. Από τότε (16/01) μέχρι σήμερα, άλλαξε κυριολεκτικά ο κόσμος. Άλλαξε ο τρόπος που ζούμε, έχοντας ως άξονα όλων των συμπεριφορών μας την Υγεία.

Είναι λοιπόν επιτακτική η ανάγκη το σχέδιο των ΣΔΙΤ να τρέξει όχι μόνο πιλοτικά αλλά με γοργούς ρυθμούς, καθώς τρία σημαντικά δεδομένα αυτό επιβάλλουν.

Πρώτον, διότι έχουμε αποδείξει διαχρονικά πως δεν είμαστε «συνεπείς» ή ικανοί με τους φορείς και εταιρίες δημοσίου ενδιαφέροντος. Η μικροπολιτική υπερτερεί του πραγματικού δημοσίου συμφέροντος. Ακόμη και από αυτούς (ΣΥΡΙΖΑ) που θα έβαζαν τέλος σε τέτοια φαινόμενα. Είναι πλείστα τα παραδείγματα δημοσίων εταιριών που χρεοκόπησαν και η Ελλάδα μακροπρόθεσμα έχασε σε τομείς που θα μπορούσε να πρωταγωνιστεί (βλ. αερομεταφορές, ενέργεια κ.α.).

Δεύτερον, διότι η Ελλάδα της 10ετούς ύφεσης και με ιδιαίτερα ευαίσθητη οικονομία αδυνατεί να επενδύσει και να δώσει εκείνη την πνοή που χρειάζονται κρίσιμες υποδομές. Όποιος ισχυριστεί το αντίθετο μάλλον θα λαϊκίζει.

Τρίτον, διότι η κρίση της πανδημίας covid19 έδειξε πως το νέο μοντέλο διαβίωσης (και μέχρι να βρεθεί εμβόλιο ή/και φάρμακο) επιβάλλει ένα τέτοιο μηχανισμό Υγείας που θα μπορεί να ανταποκριθεί όχι μόνο στην πίεση μίας πανδημίας αλλά και στην εξυπηρέτηση των συνήθων περιστατικών που τώρα λόγω ιδιαιτέρων συνθηκών έχει ανασταλεί. Αλλά μέχρι πότε;

Η προσέγγιση των ΣΔΙΤ δεν χωρεί πλέον προκαταλήψεις. Άλλωστε τα έργα ΣΔΙΤ είτε με τον ακριβή όρο είτε με την έννοια των συμβάσεων παραχώρησης υπάρχουν εδώ και πολλά χρόνια και ακολουθήθηκε ως μονόδρομος και από τους δήθεν πολέμιους (ΖΥΡΙΖΑ). Τα παραδείγματα πολλά: Γέφυρα Ρίο Αντίρριο, Αττική Οδός, Εθνικές Οδοί, Αεροδρόμιο Ελ. Βενιζέλος, Λιμάνι Πειραιά κ.α. και πρόσφατα και στα περιφερειακά αεροδρόμια και λιμάνια (και) με την υπογραφή ΣΥΡΙΖΑ, θυμίζω. Η αναφορά στην πολιτική πραγματικότητα δεν θα είχε νόημα, αλλά επειδή κάποιοι δεν συστρατεύονται για το κοινό καλό, αλλά αρκούνται στην στείρα αντιπολίτευση αυτών (των πολιτικών ) που και οι ίδιοι εφάρμοσαν ως εξουσία, έχει σημασία η υπενθύμιση.

Ως εκ τούτου το ταμπού της μη εφαρμογής Συμπράξεων Δημοσίου και Ιδιωτικού στην Υγεία πρέπει να καταρριφθεί. Όσοι «αντιστέκονται» σε αυτή την πρακτική πρέπει να μας πουν με ποιο τρόπο για παράδειγμα θα αντικατασταθούν αξονικοί και μαγνητικοί τομογράφοι 30 χρόνων. Με ποιο τρόπο θα εκσυγχρονιστούν κτιριακές υποδομές 50 και πλέον χρόνων. Με ποιο τρόπο θα αναβαθμιστούν λοιποί «δεύτεροι» εξοπλισμοί πολλών δεκαετιών, όπως κλίνες, φοριαμοί, κλινοσκεπάσματα κα.
Γιατί λοιπόν να μην εκμεταλλευτούμε τη δυνατότητα των ΣΔΙΤ και να ανεβάσουμε την ποιότητα και την ασφάλεια των κτιρίων και των μέσων που φιλοξενούν τις πιο δύσκολες στιγμές της ζωής μας, αυτές που επισκεπτόμαστε τα δημόσια νοσοκομεία, όχι για ψυχαγωγία αλλά γιατί νοσούμε;

Όμως τα ΣΔΙΤ δεν έχουν εφαρμογή μόνο στις υποδομές. Ένας τομέας που επίσης έχει αποτύχει η πατρίδα μας, ενώ θα έπρεπε να είναι πρωτοπόρος, συνδέεται με την Πρόληψη Υγείας. Τα φυσικά χαρακτηριστικά της Ελλάδας (μεσογειακή διατροφή, φυσικό περιβάλλον, κλίμα, αθλητική παράδοση) θα επέτρεπαν την ανάπτυξη ενός σύγχρονου υγιεινού τρόπου ζωής, με τεράστια οφέλη για τη βελτίωση της καθημερινότητας και την εξοικονόμηση πόρων από το σύστημα υγείας, δεδομένου ότι η πλειονότητα των παθήσεων όπως καρδιαγγειακά, πνευμονολογικά, διαβήτης κ.α. σχετίζονται κυρίως με την απουσία ήπιας σωματικής άσκησης και ισορροπημένης διατροφής. Μόνο με τη ομπρέλα ενός ΣΔΙΤ, είναι εφικτό ένα πανελλαδικό πρόγραμμα που θα βάλει τους Έλληνες σε μία πιο υγιεινή ρότα. Και ένα τέτοιο εγχείρημα θα ήταν ικανό σε συνδυασμό με αναβαθμισμένες υποδομές και με άλλες «χρυσές» πηγές ίασης που προκύπτουν από το υπέδαφος, τις θάλασσες και από το κλίμα μας να γίνουν πόλος έλξης πολλών χιλιάδων τουριστών. Και μιλώντας για Ιατρικό Τουρισμό δεν πρέπει να ξεχνούμε την ανεκμετάλλευτη αρχέγονη παράδοση της Ελλάδας αυτή του Ασκληπιού και του Ιπποκράτη, που υπό τη σκέψη μίας καλά μελετημένης σύμπραξης διεθνούς κύρους θα μπορούσε να μετατρέψει όχι μόνο την Κω αλλά όλη την Ελλάδα ως τη σύγχρονη κοιτίδα της Ιατρικής Επιστημονικής γνώσης.

Ακόμη, η διαδικασία της «καραντίνας» ανέδειξε ακόμη μία εντελώς νέα προοπτική για την άσκηση της ιατρικής, αυτή της τελεϊατρικής. Η σύμπραξη δημοσίου και ιδιωτικού τομέα θα μπορούσε να χρηματοδοτήσει μία τέτοια υπηρεσία που είναι ανεπτυγμένη στο εξωτερικό, αλλά στην Ελλάδα υστερεί δραματικά. Δεν θα έπρεπε όμως, διότι η πατρίδα μας με αυτή την τόσο όμορφη αλλά και τόσο ιδιαίτερη γεωγραφική της δομή αδυνατεί να εξυπηρετήσει τον πληθυσμό της διάσπαρτο σε βουνά και νησιά. Το «φανταστικό» σενάριο λοιπόν, της τηλεϊατρικής για την Ελλάδα, θα προβλέπει γρήγορη διάγνωση από απόσταση μέσω εξελιγμένων συσκευών που αντλούν τα κρίσιμα ιατρικά δεδομένα και την παροχή πρώτων βοηθειών και πρώτης φαρμακευτικής αγωγής είτε με τηλεοδηγίες, είτε με τη βοήθεια εκπαιδευμένων εθελοντών σε κάθε γεωγραφική ενότητα, ή και με drones για την παροχή ειδών. Φανταστικό σενάριο; Όχι. Είναι ρεαλισμός που θα έπρεπε να ήδη λειτουργεί στην Ελλάδα, όπου το θεμελιώδες ερώτημα για όποιον ζει σε ένα νησί είναι «αν μου συμβεί κάτι ποιος θα με βοηθήσει;». Και η μεθοδολογία της τηλεϊατρικής είναι η μόνη λύση ειδικά για τη νησιωτική Ελλάδα που το καλοκαίρι πρέπει επιπλέον να ανταποκριθεί ιατρικά και στον Τουρισμό.

Ας καταρρίψουμε τώρα και την ιδεοληψία πως τα ΣΔΙΤ στην Υγεία θα φέρουν την ιδιωτικοποίηση των παροχών Υγείας. Το αντίθετο. Μία ανταγωνιστική Δημόσια Υγεία θα μπορέσει να γίνει περισσότερο ανταποδοτική. Διότι η μηχανοργάνωση, το πρόγραμμα πρόληψης, η αναβάθμιση των υποδομών, η τηλεϊατρική και άλλα πολλά μπορούν να γίνουν, θα επιφέρουν μία μείωση του συνολικού κόστους των ανθρωποωρών του υγειονομικού δυναμικού, μείωση των άσκοπων μετακινήσεων και του συνωστισμού των πολιτών και σαφή βελτίωση της ποιότητας των πολιτών. Επιπλέον η συνολική αναβάθμιση του συστήματος Υγείας θα κεντρίσει το ενδιαφέρον των ιδιωτικών ασφαλιστικών φορέων εντός και εκτός Ελλάδας και στην βεντάλια των υπηρεσιών τους θα συμπεριλαμβάνονται πλέον και υπηρεσίες που προέρχονται από μονάδες Υγείας του Δημοσίου.

Αλλά, γιατί θα πρέπει στην Ελλάδα να αγωνιστούμε, για το αυτονόητο; Γιατί(;), αυτό που είναι μονόδρομος, θα πρέπει να το εξηγήσουμε; Γιατί(;), θα πρέπει κάθε αναπτυξιακή δράση, να έχει δαίμονες; Ίσως γιατί αρέσει σε κάποιους να κοιτούν μονόφθαλμα και μικροκομματικά. Ίσως γιατί το υπερσυγκεντρωτικό κράτος να βρισκόταν ως θεωρία στα πολιτικά τους εγχειρίδια αλλά σε καμία κοινωνία εφαρμόσιμο.

Ας δουν τι έγινε με τα ΣΔΙΤ του εξωτερικού. Ας δουν τις καλές ιστορίες συμπράξεων.

Την αρχή έκανε το Ηνωμένο Βασίλειο στις αρχές του 1990, που ανέπτυξε τις συμπράξεις δημοσίου και ιδιωτικού τομέα, για μεγάλα έργα δημόσιων υπηρεσιών. Στον τομέα της υγείας η πρώτη σύμβαση υπογράφηκε το 1996 για την κατασκευή, τη χρηματοδότηση και τη λειτουργία νοσοκομείου 1.000 κλινών στο Norwich. Το Νοσοκομείο αυτό ολοκληρώθηκε με βάση τον αρχικό προϋπολογισμό και 5 μήνες πριν από το χρονοδιάγραμμα.

Πολλές χώρες εφαρμόζουν σήμερα τα ΣΔΙΤ, άλλες λιγότερο και άλλες περισσότερο επιτυχημένα όπως ο Καναδάς, η Ιρλανδία, η Πορτογαλία, η Ισπανία, η Σουηδία κ.α.

Κάθε χώρα έχει κάτι να μας δείξει ως εμπειρία και καλή πρακτική. Η ίδια η δική μας χώρα έχει πλέον μεγάλη και εμπειρία στα μοντέλα ΣΔΙΤ και τις συμβάσεις παραχώρησης.

Τώρα ήρθε η ώρα και για τα ΣΔΙΤ στον Τομέα Υγείας. Το πολιτικό πρόγραμμα που ξεκίνησε η κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη τον Ιανουάριο, πρέπει να συνεχιστεί. Με προσεκτικά βήματα και μεθοδικά, πρέπει όλοι εμείς που εργαζόμαστε στον Τομέα της Υγείας, να αθροίσουμε τις δυνάμεις μας για ένα πιο έξυπνο και λειτουργικό κράτος που θα παρέχει υπηρεσίες αντάξιες των εισφορών μας και πολύ παραπάνω.

Οι συγκυρίες και οι συνθήκες είναι ίσως μοναδικές. Η κοινωνία έχει αντιληφθεί πως ένα ισχυρό Δημόσιο Σύστημα Υγείας, πλαισιωμένο από τους καταξιωμένους Έλληνες επιστήμονες μπορεί κυριολεκτικά να κάνει ιατρικά θαύματα.

Αποδείξαμε ως λαός, πως με πειθαρχία και προσήλωση στο στόχο, μπορούμε να τα καταφέρουμε.

Καταφέραμε να νικήσουμε το πρώτο κύμα της επιδημίας, ας νικήσουμε τώρα και τις παθογένειες και τις ιδεοληψίες που μας κρατούν, άδικα, πίσω.

*Η Κατσιουγιάννη – Stridborg Μαρί είναι Οδοντίατρος DDS – MBA και υποψήφια βουλευτής Β’ Αθηνών με τη ΝΔ στις εθνικές εκλογές του 2019.