ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Ανεμος αισιοδοξίας στην Αριστερά

Αν κάτι μπορούσε κανείς χθες, ελάχιστες ώρες πριν στηθούν οι κάλπες, να διακρίνει στα επιτελεία των κομμάτων της Αριστεράς, αυτό ήταν η αισιοδοξία για την αυριανή μάχη. Το κλίμα, με άλλα λόγια, ήταν σαφώς διαφορετικό εκείνου που είχε διαμορφωθεί κατά τις πρώτες ημέρες της προεκλογικής περιόδου, όταν κάτι οι δημοσκοπήσεις κάτι η περιρρέουσα ατμόσφαιρα είχαν σκορπίσει μέγιστη ανησυχία και απογοήτευση ως προς το πιθανολογούμενο -τότε- εκλογικό αποτέλεσμα. Οι μέρες πέρασαν, η πολιτική ατμόσφαιρα ξεκαθάρισε, και οι εκτιμήσεις μεταβλήθηκαν: Το KKE πέρασε από την αρχική αίσθηση των οριακών απωλειών, στη βεβαιότητα της διατήρησης των δυνάμεών του ή και πιθανώς στη μικρή πλην όμως αισθητή αύξηση του ποσοστού του. O δε Συνασπισμός, από το φάσμα μιας νέας τα τελευταία χρόνια αποτυχίας του να εισέλθει στη Βουλή, στην -έστω και οριακή- διασφάλιση της κοινοβουλευτικής του παρουσίας.

Τρίτος πόλος

Στο βαθμό που επιβεβαιωθούν από την ψήφο των πολιτών οι εκτιμήσεις αυτές του Περισσού και της Κουμουνδούρου, οι οποίες στηρίζονται στις αναλύσεις και στις μελέτες όλων των στοιχείων που έχουν στη διάθεσή τους ως πολιτικά εργαλεία ανάλυσης και σχεδιασμού της στρατηγικής τους, αυτό θα σημάνει την ύπαρξη στη νέα Βουλή ενός ισχυρού τρίτου πόλου, απέναντι στα δύο μεγάλα κόμματα.

Η τρίτη δύναμη που καταγράφεται στ’ αριστερά του πολιτικού φάσματος, το ΔΗΚΚΙ, μπορεί να μοιάζει να υστερεί έναντι των άλλων στο «κυνήγι» του 3%, απαραίτητου για την είσοδο στην Βουλή ποσοστού. Πλην όμως ο αριθμός των ψήφων που θα συγκεντρώσει, θεωρείται πως όσο μεγαλύτερος θα είναι, τόσο θα το αναδείξει σε υπολογίσιμη δύναμη στις μετεκλογικές διεργασίες στην ελληνική Αριστερά.

Στη διαμόρφωση του θετικού (προ)εκλογικού περιβάλλοντος για τα αριστερά κόμματα, συνέβαλαν σειρά από γεγονότα, εξελίξεις και, κυρίως, λάθη του «μεγάλου συγγενούς» τους: του ΠΑΣΟΚ. Κοιτάζοντας προς τα πίσω, θα μπορέσει κανείς να διακρίνει ως σημαντική την παρέμβαση του Μίκη Θεοδωράκη: Την προ ολίγων εβδομάδων, δηλαδή, έκκλησή του για «ψήφο Αριστερά». Καθοριστική, ως προς τη δημιουργία αρνητικών έναντι του ΠΑΣΟΚ αντανακλαστικών και κατ’ επέκτασιν για την επανασυσπείρωση των ψηφοφόρων ιδιαίτερα της ανανεωτικής Αριστεράς -πολιτικός εκφραστής της οποίας είναι ο Συνασπισμός- θεωρήθηκε η ένταξη της κ. Μαρίας Δαμανάκη και του κ. M. Ανδρουλάκη ως υποψηφίων στο «σίγουρο» ψηφοδέλτιο Επικρατείας. H επιλογή αυτή, πάντως, ήρθε να προκαλέσει αντιδράσεις ακόμα και μεταξύ των παραδοσιακών ψηφοφόρων του ΠΑΣΟΚ, οι οποίοι «διαπίστωσαν» με δυσφορία ότι στο κόμμα τους εντάχθηκαν «δύο από τους πρωταγωνιστές της παραπομπής του Ανδρέα». Και υπό αυτό το πρίσμα, άρχισαν να βλέπουν με μεγαλύτερη συμπάθεια τον κ. N. Κωνσταντόπουλο, «ο οποίος (όπως σημειώνουν χαρακτηριστικά) είχε, στο κάτω-κάτω της γραφής, τηρήσει μια ορθή στάση στην δίκη του ’89». Αγνωστο, βεβαίως, παραμένει το σε ποιο βαθμό αυτή η συμπάθεια μετεξελιχθεί αύριο και σε ψήφο υπέρ του ΣΥΝ. H τάση συσπείρωσης των αριστερών ψηφοφόρων, ενισχύθηκε ακόμα περισσότερο εξαιτίας της συνεργασίας του ΠΑΣΟΚ με τους κ. Μάνο και Ανδριανόπουλο, δύο από «τις σημαίες της δεξιάς» της περιόδου 1990 – 1993.

Κινήσεις όπως οι προαναφερόμενες, προσέφεραν νέα όπλα στη φαρέτρα των ηγεσιών της Αριστεράς, οι οποίες μπορούσε πλέον και με συμβολικό τρόπο να ισχυριστούν ότι επιβεβαιώνονται οι εκτιμήσεις τους για «μετάλλαξη» και «συντηρητική στροφή» του ΠΑΣΟΚ. Αλλά ακόμα και άλλου τύπου εξελίξεις, όπως επί παραδείγματι η «αλαζονική» συμπεριφορά πριν από την τηλεοπτική αναμέτρηση των πολιτικών αρχηγών (προσπάθεια αποκλεισμού των αριστερών κομμάτων, και ρήσεις όπως «θέλετε δεν θέλετε δύο είναι οι υποψήφιοι πρωθυπουργοί»), ή και η προσπάθεια δημιουργίας πολωτικών καταστάσεων, όπως η τελευταία ιστορία με τους «φακέλους» της Ν.Δ., μοιάζουν να τροφοδοτούν, αντί να πλήττουν την Αριστερά.

Σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό, εξάλλου, προς την κατεύθυνση της ισχυροποίησης των κομμάτων της Αριστεράς λειτούργησε και ο θετικός πολιτικός λόγος που άρθρωσαν οι ηγεσίες τους. Το KKE, είτε μέσα από έξυπνα στημένες τηλεοπτικές διαφημίσεις, είτε διά της προβολής του οράματος της «λαϊκής εξουσίας», φαίνεται να κατάφερε όχι μόνο τη διατήρηση της δυναμικής του παραδοσιακού «σκληρού πυρήνα» της εκλογικής του βάσης, αλλά και να προσελκύσει τμήμα νέων ψηφοφόρων. Από την πλευρά του, ο Συνασπισμός άλλοτε με το συναίσθημα («Να μη μείνει η φωνή της ανανέωσης χωρίς κοινοβουλευτική εκπροσώπηση»), και άλλοτε με την «φωνή της λογικής» («Ισχυρός ΣΥείναι εγγύηση αφ’ ενός για αποτελεσματική αντιπολίτευση, και αφ’ ετέρου για τη νέα μεγάλη προσπάθεια ανασυγκρότησης της Αριστεράς»), έδειξε να ξανακερδίζει σημαντικό έδαφος: Τόσο τους απογοητευμένους ή και πικραμένους από παλαιότερα λάθη της ηγεσίας ψηφοφόρους, όσο και ανένταχτους ή και αριστερούς ψηφοφόρους που έδιναν μέχρι και το 2000 την ψήφο τους στην κάλπη του ΠΑΣΟΚ. Ισως έτσι, τελικά, ερμηνεύονται και τα μηνύματα που λαμβάνει η Κουμουνδούρου, ότι έχει να προσβλέπει σε ένα υπέρ του ΣΥ«ρεύμα», το οποίο ενισχύει ανοδικές τάσεις για το κόμμα της ανανεωτικής Αριστεράς.

Συμπερασματικά; Αύριο και μετά ίσως πολύ καιρό, η αριστερή ψήφος δεν θα στηρίζεται μόνο (ή κυρίως) στο παρελθόν, τους ιδεολογικούς δεσμούς και τις μνήμες δηλαδή, αλλά στις μελλοντικές προοπτικές και στα οράματα για μια καλύτερη «επόμενη μέρα» συνολικά για τον αριστερό πόλο της ελληνικής πολιτικής σκηνής.