ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Τα σενάρια της ήττας για Παπανδρέου

Σε μερικές ώρες, οι κάλπες θα δώσουν τη δική τους καταλυτική απάντηση στις κάθε λογής προβλέψεις για τη σύνθεση της νέας Βουλής και βεβαίως θα διαμορφώσουν το πολιτικό τοπίο των επόμενων ετών. Η προεκλογική περίοδος έληξε, αφήνοντας πίσω της μία γλυκόπικρη γεύση. Ξεκίνησε με την επαγγελία ενός νέου πολιτικού πολιτισμού, με ύμνους στον διάλογο και τη μετριοπάθεια. Οι τόνοι, βεβαίως, γρήγορα ανέβηκαν, επιβεβαιώνοντας για μία ακόμα φορά ότι η μάχη για την εξουσία είναι «σκληρό ροκ», ή αλλιώς -για να χρησιμοποιήσουμε τον φετινό αφορισμό- «παιχνίδι με λάσπη και αίμα».

Τις τελευταίες δύο εβδομάδες, μετά την απαγόρευση της δημοσίευσης δημοσκοπήσεων, οι πληροφορίες για τις διενεργούμενες από τα κομματικά επιτελεία προβλέψεις εξυπηρετούσαν κυρίως προπαγανδιστικές σκοπιμότητες. Στην πραγματικότητα, καθ’ όλη τη διάρκεια της προεκλογικής περιόδου η Ν.Δ. παρέμεινε το μεγάλο φαβορί. Οπως είναι γνωστό, η δρομολόγηση της διαδοχής στο ΠΑΣΟΚ είχε συνέπεια την κατακόρυφη πτώση της διαφοράς από τις οκτώ στις τρεις περίπου μονάδες. Από τότε, η διακύμανση είχε σχετικά μικρό εύρος. Δεν υπάρχουν ενδείξεις ότι οι «πράσινοι» κατάφεραν κάποια στιγμή να πλησιάσουν τους «γαλάζιους» σε απόσταση αναπνοής. Παρ’ όλα αυτά, στη διερεύνησή μας για την επόμενη ημέρα δεν είναι φρόνιμο να αποκλείσουμε κανένα σενάριο.

Πριν προχωρήσουμε, αξίζει να σημειωθεί ότι ο σχετικός προβληματισμός ήταν όλο το προηγούμενο διάστημα υπαρκτός και έντονος. Λόγω των συνθηκών της εκλογικής μάχης, όμως, ακολουθούσε υπόγειες διαδρομές. Αυτό ισχύει και για τα δύο μεγάλα κόμματα, αλλά με διαφορετικούς όρους. Το συνεχές προβάδισμα της Ν.Δ. έχει δημιουργήσει στον χώρο της ένα κλίμα αισιοδοξίας για το αποτέλεσμα της κάλπης. Στην αντίπερα όχθη, όμως, τα πράγματα είναι διαφορετικά. Αν και επισήμως προβαλλόταν η θεωρία του «ντέρμπι», στο ρετιρέ του ΠΑΣΟΚ γνώριζαν ότι είχαν περισσότερες πιθανότητες να χάσουν παρά να κερδίσουν την εκλογική μάχη. Υπήρχαν, ωστόσο, στιγμές που πίστεψαν στη νίκη, αλλά αυτές ήταν η εξαίρεση κι όχι ο κανόνας. Μέσα σ’ αυτήν την ατμόσφαιρα, ο προβληματισμός για την επόμενη ημέρα κινήθηκε σε διαφορετική κατεύθυνση απ’ ό,τι στο «γαλάζιο» στρατόπεδο.

Η αλήθεια είναι ότι πριν δρομολογηθεί η διαδοχή, το ΠΑΣΟΚ βάδιζε ολοταχώς προς μία εκλογική πανωλεθρία. H ανάληψη της ηγεσίας από τον Γ. Παπανδρέου, όμως, άλλαξε ριζικά το κλίμα. Μέσα σ’ ελάχιστο χρόνο, η παράταξη συσπειρώθηκε και η μαχητική της διάθεση εκτοξεύθηκε. Σ’ εκείνο ακριβώς το χρονικό σημείο σημειώθηκε η κατακόρυφη πτώση της διαφοράς από τις οκτώ στις τρεις περίπου μονάδες και φάνηκε ότι μπορούσε να συμπιεστεί περαιτέρω.

Ο μύθος του «νικηφόρου πρίγκιπα»

Μετά την μακρά περίοδο ηττοπάθειας, η αλλαγή ηγεσίας έκανε τους «πράσινους» να πιστέψουν στη νίκη. Είχαν ζωτική ανάγκη τον μύθο του «νικηφόρου πρίγκιπα» και τον έπλασαν, δίνοντας στον εαυτό τους την ευκαιρία να ξαναμπούν δυναμικά στη μάχη. Από εκείνες τις ημέρες της ευφορίας έχει κυλήσει πολύ νερό. Λόγω και των αμφιλεγόμενων επιλογών του νέου αρχηγού, η εικόνα σταδιακά άρχισε να γίνεται πιο γκρίζα, αλλά, όπως είναι γνωστό, η ελπίδα πεθαίνει τελευταία. Μέσα σ’ αυτό το κλίμα, η διαφαινόμενη ήττα θα προσλάβει εν μέρει χαρακτήρα ανώμαλης προσγείωσης.

Διερευνώντας πάντα αυτό το σενάριο, οφείλουμε να υπογραμμίσουμε ότι αναμφισβήτητος πατέρας της ήττας είναι ο K. Σημίτης, αλλά δεν θα χρεωθεί ακεραία την ευθύνη. Το γεγονός ότι μεθόδευσε τη διαδοχή του και απομακρύνθηκε από το προσκήνιο, δεν του εξασφαλίζει το απυρόβλητο, αλλά οπωσδήποτε τον προστατεύει από το να τον καταστήσουν αποδιοπομπαίο τράγο. Εκτός αυτού, η οδυνηρή πολιτικοψυχολογική παλινδρόμηση, που θα υποστεί η παράταξη του ΠΑΣΟΚ, θα χρεωθεί και στο νέο αρχηγό.

Οι εσωκομματικές επιπτώσεις

Στην πραγματικότητα, όμως, οι εσωκομματικές επιπτώσεις θα εξαρτηθούν από το μέγεθος της ήττας. Εάν η διαφορά κινηθεί κάτω από τις δύο μονάδες, η ήττα θα αφομοιωθεί εύκολα και χωρίς κλυδωνισμούς. Ο Γ. Παπανδρέου θα μπορεί να ισχυρισθεί βασίμως ότι απέτρεψε την εκλογική πανωλεθρία κι ότι μετέτρεψε σε «ντέρμπι» μία χαμένη μάχη. Σε μία τέτοια περίπτωση, όσοι του ασκήσουν κριτική για τους προεκλογικούς χειρισμούς του, θα υποχρεωθούν να το πράξουν σε σχετικά χαμηλούς τόνους.

Η όποια αμφισβήτηση εκδηλωθεί θα είναι έμμεση. Οχι μόνο γιατί η πανηγυρική εκλογή του από ένα εκατομμύριο μέλη και φίλους του έχει εξασφαλίσει μία πρωτοφανή πολιτική νομιμοποίηση. Αλλά και επειδή ένα τέτοιο εκλογικό αποτέλεσμα θα του μειώσει κάπως το αρχηγικό κύρος του, αλλά όχι τόσο, ώστε να τον καταστήσει ευάλωτο. Από την άλλη πλευρά, όμως, ο Γ. Παπανδρέου δεν θα είναι ο πανίσχυρος μονάρχης, που μπορεί χωρίς αντίσταση να κάνει ό,τι θέλει. Θα διατηρήσει μεγάλα περιθώρια πρωτοβουλιών, αλλά θα υποχρεωθεί να λάβει υπόψη του τις εσωκομματικές ισορροπίες.

Τα πράγματα θα είναι αρκετά διαφορετικά εάν το ΠΑΣΟΚ χάσει τις εκλογές με μεγαλύτερη διαφορά. Είναι προφανές ότι τα προβλήματα του νέου προέδρου θα είναι ευθέως ανάλογα του μεγέθους της ήττας. Εάν η διαφορά κινηθεί μεταξύ δύο και τριών μονάδων, η αμφισβήτηση θα είναι λιγότερο έμμεση και περισσότερο εκτεταμένη. Οι παραπεταμένοι «βαρώνοι» θα έχουν μεγαλύτερα περιθώρια να επιδοθούν στο εσωκομματικό παιχνίδι εξουσίας που γνωρίζουν άριστα.

Εάν η διαφορά κινηθεί μεταξύ τριών και τεσσάρων μονάδων το κλίμα θα είναι βαρύ για τον Γ. Παπανδρέου. Κι όσο μεγαλύτερη θα είναι η διαφορά τόσο πιο δύσκολη η θέση του. Θα βρεθεί στο στόχαστρο κι αργά ή γρήγορα θα διαμορφωθεί αντίπαλος εσωκομματικός πόλος. Κατά πάσα πιθανότητα τον ρόλο αυτό θα επιχειρήσει να παίξει ο Β. Βενιζέλος, συνάπτοντας τις κατάλληλες συμμαχίες. Θέμα ηγεσίας δεν αναμένεται να τεθεί πριν από τις ευρωεκλογές του ερχόμενου Ιουνίου. Το αποτέλεσμά τους, πάντως, θα επηρεάσει σε σημαντικό βαθμό και την τροπή που θα πάρουν οι εσωκομματικές εξελίξεις. Εάν η διαφορά μεταξύ των δύο μεγάλων κομμάτων μεγαλώσει, η πιθανότερη εξέλιξη είναι το ΠΑΣΟΚ να εισέλθει σε μία φάση εσωτερικής κρίσης με απρόβλεπτη κατάληξη.

Ο ρόλος Σημίτη

Το ίδιο θα συμβεί από αύριο εάν η διαφορά σήμερα το βράδυ υπερβεί τις τέσσερις μονάδες. Σ’ αυτή την περίπτωση, όπως και στην προηγούμενη, ο Κ. Σημίτης θα παίξει σημαντικό ρόλο. Εχοντας διαμορφώσει ο ίδιος τους εκλογικούς συνδυασμούς, αναμένεται να βρεθεί με ισχυρά ερείσματα στη νέα Κοινοβουλευτική Ομάδα. Η αποδυνάμωση, άλλωστε, του Γ. Παπανδρέου θα τον καταστήσει και πάλι σημείο αναφοράς. Αυτή τη φορά, όμως, όχι για να διεκδικήσει την ηγεσία, αλλά για να αναδειχθεί σε ρυθμιστικό παράγοντα των εσωκομματικών εξελίξεων.

Ισορροπία ή μετάλλαξη;

Το κρισιμότερο ερώτημα, όμως, αφορά τη στάση του ίδιου του Γ. Παπανδρέου σε περίπτωση που χάσει με διαφορά πάνω από τρεις μονάδες. Θα αναζητήσει μία ισορροπία, ερχόμενος σε μία συνεννόηση με τους «βαρώνους», ή θα προχωρήσει στη μετάλλαξη του κόμματός του, αδιαφορώντας για τη δυσφορία που θα έχει προκαλέσει η ήττα και τις αντιστάσεις που θα προβληθούν; Εάν συμβεί το πρώτο, οι εντάσεις θα καταλήξουν πιθανώς σ’ έναν συμβιβασμό. Εάν, όμως, συμβεί το δεύτερο, δεν αποκλείεται καθόλου το ΠΑΣΟΚ να οδηγηθεί σε ανοικτή κρίση με απρόβλεπτη έκβαση.

Υπάρχει, τέλος και το σενάριο οι «πράσινοι» να κάνουν την έκπληξη και να κερδίσουν οριακά τις εκλογές. Σε μία τέτοια περίπτωση, ο Γ. Παπανδρέου θα αποθεωθεί και θα έχει τα χέρια του λυμένα να επιβάλλει όσες κι όποιες αλλαγές επιθυμεί, χωρίς την παραμικρή αντίσταση. Σε μία τέτοια περίπτωση, η κρίση θα εκδηλωθεί στη Ρηγίλλης, όπου μετά τη δεύτερη ήττα του Κ. Καραμανλή θα τεθεί εκ των πραγμάτων θέμα ηγεσίας. Η Ντ. Μπακογιάννη αναμένεται να προβάλλει δυναμικά την υποψηφιότητά της, αλλά δεν είναι σίγουρο ότι θα επιτύχει τον στόχο της. Ο καραμανλικός πυρήνας θα κάνει ό,τι μπορεί για να αποτρέψει μία τέτοια διαδοχή, γεγονός που ενδέχεται να οδηγήσει σ’ ανώμαλες εξελίξεις.

Ολα τα παραπάνω δεν είναι, βεβαίως, τίποτα περισσότερο από σενάρια. Σε μερικές ώρες, οι κάλπες θα προσδώσουν υπόσταση σ’ ένα απ’ αυτά. Τα υπόλοιπα θα βρουν τη θέση τους στον σκουπιδοτενεκέ. Θα έχουν χρησιμεύσει μόνο ως άσκηση πολιτικής ανάλυσης εν αναμονή του εκλογικού αποτελέσματος.