ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Οι τρεις πόλοι αμφισβήτησης του Παπανδρέου

Σε ένα κύκλο υπόγειων αμφισβητήσεων τείνει να εμπλακεί ο κ. Γ. Παπανδρέου σε λιγότερο από δύο μήνες από την ανάδειξή του στη θέση του προέδρου του ΠΑΣΟΚ και ενώ έχει μπροστά του τον σκόπελο των ευρωεκλογών της 13ης Ιουνίου.

Μετά την ήττα στις εκλογές της 7ης Μαρτίου, η πεποίθηση ότι ο κ. Γ. Παπανδρέου μπορεί να ηγηθεί της νικηφόρου πορείας του ΠΑΣΟΚ έχει αρχίσει να τίθεται εν αμφιβόλω. Και πολλοί εκτιμούν πως εάν στις ευρωεκλογές σημειωθεί διεύρυνση της διαφοράς υπέρ της Ν.Δ., οι φωνές κριτικής θα γίνουν δημόσιες. Εξ άλλου, στον πρόεδρο του ΠΑΣΟΚ καταλογίζονται ήδη αστοχίες κατά την προεκλογική περίοδο που οδήγησαν στη συρρίκνωση του ποσοστού του κόμματος σε ποσοστά της ταξης του 40%, αλλά και αδράνεια στη διαμόρφωση του μετεκλογικού σκηνικού στο κόμμα: Δύο εβδομάδες μετά τις εκλογές, το Ε.Γ. έχει συνεδριάσει μόνο μία φορά, ενώ σε εκκρεμότητα παραμένουν το σχήμα που θα αναλάβει την εκπροσώπηση του ΠΑΣΟΚ στη Βουλή, αλλά και η νέα «ηγετική ομάδα» την οποία είχε προαναγγείλει.

Το βαρύ κλίμα στο εσωτερικό του ΠΑΣΟΚ επιτείνει το γεγονός ότι ο κ. Γ. Παπανδρέου έχει αποφύγει να συνομιλήσει με πολλά από τα κορυφαία στελέχη, με αποτέλεσμα να απομακρύνονται «πολιτικά και ψυχικά» από τον ίδιον ακόμη και πρόσωπα που υπήρξαν παραδοσιακοί του σύμμαχοι, πριν και μετά τη διαδοχή του κ. K. Σημίτη.

Ο «νούμερο 2»

Επί της ουσίας, πάντως, τρεις είναι οι πιθανοί πόλοι αμφισβήτησης των επιλογών του κ. Γ. Παπανδρέου στην περίπτωση κατά την οποία και το αποτέλεσμα των ευρωεκλογών είναι αρνητικό. O πρώτος, μεσοπρόθεσμα είναι ο κ. Ευάγγελος Βενιζέλος που θεωρείται πλέον απ’ όλους ο «νούμερο δύο» στο ΠΑΣΟΚ. O κ. Ευ. Βενιζέλος είναι σε μεγάλο βαθμό δεσμευμένος από το γεγονός ότι αποδέχθηκε την πρόταση του κ. Γ. Παπανδρέου να τεθεί επικεφαλής της επιτροπής εκλογικού αγώνα των ευρωεκλογών. Ομως, στο επιτελείο του προέδρου του ΠΑΣΟΚ θεωρείται δυνητικός αντίπαλος. Για το λόγο αυτόν εξ άλλου επί της ουσίας «τορπιλίστηκε», όπως λέγεται, η προοπτική να αναλάβει την κρίσιμη θέση του κοινοβουλευτικού εκπροσώπου του κόμματος.

Επίσης, λεπτές ισορροπίες αναζητούνται στις σχέσεις του κ. Γ. Παπανδρέου με τα λεγόμενα ιστορικά στελέχη του ΠΑΣΟΚ, όπως οι κ. K. Λαλιώτης, Θ. Πάγκαλος, A. Τσοχατζόπουλος και Βάσω Παπανδρέου, με τα οποία ο πρώτος έχει αποφύγει μέχρι στιγμής να συζητήσει σε βάθος τους σχεδιασμούς του. Σύμφωνα με πληροφορίες, ορισμένα από τα ανωτέρω στελέχη διατυπώνουν ήδη σε μεταξύ τους συνομιλίες ενστάσεις για επί μέρους χειρισμούς του προέδρου του ΠΑΣΟΚ, και δεν αποκλείεται έπειτα από πιθανό αρνητικό αποτέλεσμα στις ευρωεκλογές του Ιουνίου να εκφράσουν δημοσίως τον «προβληματισμό» τους για την πορεία του κόμματος.

«Κλειδί» η στάση Σημίτη

Τέλος, πολλοί στο εσωτερικό του ΠΑΣΟΚ θεωρούν ότι σε πρόβλημα για τον κ. Γ. Παπανδρέου μπορεί να εξελιχθεί και η στάση του πρώην πρωθυπουργού κ. K. Σημίτη, ο οποίος παραμένει σημείο αναφοράς για μια μικρή αριθμητικά ομάδα βουλευτών. O κ. Γ. Παπανδρέου καλείται να ισορροπήσει μεταξύ του «νέου» που επαγγέλλεται και της υπεράσπισης των πεπραγμένων της οκταετίας Σημίτη. H σχετική ισορροπία προβλέπεται όμως ότι θα είναι ιδιαίτερα δύσκολη, ειδικά εάν επιβεβαιωθούν τα σενάρια σύμφωνα με τα οποία η Ν.Δ. θα προχωρήσει στην περαιτέρω διερεύνυση υποθέσεων όπως αυτές της ΔΕΚΑ και των αμυντικών προμηθειών.

Μάλιστα, εν όψει του παραπάνω τοπίου, ο κ. Γ. Παπανδρέου δέχθηκε πρόσφατα εισηγήσεις, ακόμη και από στενούς του συνεργάτες, να επισπεύσει τη διεξαγωγή του συνεδρίου, αλλά τελικώς φέρεται να αποφάσισε να μη μεταβάλει το σχεδιασμό του και έτσι το συνέδριο θα πραγματοποιηθεί κανονικά τον Νοέμβριο.

Κρίσιμη η σύνοδος της Κ.Ε.

Φόβοι ότι το πρώτο κύμα εσωστρέφειας στο ΠΑΣΟΚ θα εκδηλωθεί πριν από τις ευρωεκλογές και συγκεκριμένα στην προγραμματισμένη για τον επόμενο μήνα σύνοδο της Κεντρικής Επιτροπής που θα προβεί στην αποτίμηση των αποτελεσμάτων της 7ης Μαρτίου, εκφράζονται στη Χαριλάου Τρικούπη. Την πιθανότητα αυτή ενισχύει το γεγονός ότι στην Κεντρική Επιτροπή μετέχουν πολλοί πρώην βουλευτές που, λόγω της ήττας του ΠΑΣΟΚ, έμειναν εκτός Βουλής. Υψηλόβαθμα στελέχη του ΠΑΣΟΚ εκφράζουν φόβους ότι οι αποτυχόντες βουλευτές εσκεμμένα ή λόγω της αρνητικής τους ψυχολογίας θα αποφύγουν να δραστηριοποιηθούν ενεργά στη μάχη των ευρωεκλογών, με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί μια νέα δεξαμενή ψηφοφόρων για τη Ν.Δ. και τα κόμματα της Αριστεράς.