ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Ενα όραμα που δεν πραγματοποιήθηκε…

H πολεμική που έχει ξεσπάσει γύρω από τον τρόπο αλλά και τη διαδικασία ανακαίνισης του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου έχει πλήξει καίρια ένα όραμα που ποτέ δεν έγινε πράξη. H δεδομένη ανεπάρκεια του πρώτου μουσείου της χώρας, σε ό,τι αφορά όχι μόνο τις υποδομές του (κλιματισμός, πωλητήρια, τουαλέτες, υποστηρικτικό υλικό, περιβάλλων χώρος κ.ά.) αλλά και τις υπηρεσίες του (εκπαίδευση προσωπικού, καθαριότητα κ.ά.), γνωστή και καταγεγραμμένη από ειδικούς και κοινό, εδώ και τουλάχιστον 25 χρόνια, πίεζε για την εξεύρεση μιας λύσης. Αυτό που συντελείται τώρα, λίγους μήνες πριν από τους Ολυμπιακούς Αγώνες, είναι η λύση ανάγκης και όχι η εφαρμογή αυτού που θα περίμενε κανείς για την περίπτωση ενός μουσείου διεθνούς εμβέλειας.

Το Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο είναι το Λούβρο ή το Πράδο της Αθήνας. Προθήκη εθνικής κληρονομιάς αλλά και κιβωτός της αρχαίας ελληνικής τέχνης στον ίδιον τον τόπο που τη γέννησε. H Αθήνα έχει θέση στον διεθνή χάρτη των μεγάλων μουσείων κυρίως χάρις στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο. Αυτονόητο ότι κάθε κοινωνία θα επεδίωκε να εξοπλίσει αυτόν τον θησαυρό με τις υψηλότερες προδιαγραφές.

Η διαμαρτυρία των αρχιτεκτόνων

Νωπή είναι ακόμη η έντονη διαμαρτυρία του Συλλόγου Αρχιτεκτόνων, το περασμένο καλοκαίρι, για τον τρόπο με τον οποίο προωθούνταν τότε οι εργασίες ανακαίνισης που δεν βασίζονταν πάνω σε μία μουσειολογική φιλοσοφία αλλά απλώς και μόνο στην ανάγκη μιας εργολαβικής λύσης, που θα εξόπλιζε με όποιο κόστος το παλιό κτίριο με κλιματισμό και άλλες σύγχρονες υποδομές. Οι εργασίες τότε διακόπηκαν και άρχισαν αργότερα εκ νέου με άλλες προδιαγραφές την τελευταία στιγμή.

Η αδυναμία προώθησης ενός οράματος, αρχιτεκτονικού και ευρύτερα μουσειολογικού, που θα αντανακλούσε μιας άλλης ποιότητας αστικό πολιτισμό στην Αθήνα, αποκαλύπτει την έλλειψη βασικής στρατηγικής. H ένδεια αυτή είναι πιθανόν να οφείλεται τόσο στην ασφυκτική εξάρτηση του πρώτου μουσείου της χώρας από το υπουργείο Πολιτισμού (καθώς δεν έχει πολλά περιθώρια ανεξάρτητης πολιτικής όπως τα μεγάλα μουσεία του εξωτερικού, των οποίων η πορεία σφραγίζεται από την προσωπικότητα και τις επιλογές των εκάστοτε διευθυντών), όσο και στη γενική καταρράκωση του κύρους της αρχιτεκτονικής στην Ελλάδα και στους αρνητικούς συνειρμούς που γεννά η έλλειψη σεβασμού στα αποτελέσματα των αρχιτεκτονικών διαγωνισμών.

Ενας διεθνής διαγωνισμός

Η προκήρυξη ενός διεθνούς αρχιτεκτονικού διαγωνισμού, όπως θα ήταν αυτονόητο για την ανακαίνιση του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου, θα όριζε με σαφήνεια το ζητούμενο που θα έπρεπε να έχει η μελέτη που θα προκρινόταν. Θα οριζόταν, δηλαδή, εξαρχής και εγκαίρως, η φιλοσοφία της επανέκθεσης και της ανακαίνισης, κάτι που όχι μόνο δεν έγινε αλλά άλλαξε καθ’ οδόν. Είναι περισσότερο από βέβαιο ότι η προκήρυξη ενός διεθνούς αρχιτεκτονικού διαγωνισμού (μετά τον σεισμό του 1999) θα είχε προκαλέσει το ζωηρό ενδιαφέρον σπουδαίων αρχιτεκτονικών γραφείων της Ελλάδας και του εξωτερικού και, παράλληλα, θα είχε βάλει την Αθήνα σε ένα διεθνή διάλογο γύρω από κρίσιμα θέματα αστικής ανάπλασης.

Αλλωστε, η επανένταξη ενός μνημειακού μουσειακού πυρήνα του 19ου αιώνα στον σύγχρονο ιστό μητροπόλεων είναι ένα θέμα που έρχεται και επανέρχεται ήδη από τη δεκαετία του 1960 και το οποίο κάθε γενιά το «διαβάζει» διαφορετικά. Το Λονδίνο, το Βερολίνο, π.χ., αλλά και το Αμστερνταμ (όπου εκσυγχρονίζεται με νέες πτέρυγες το περίφημο Rijksmuseum) συμβάλλουν αυτήν την περίοδο θετικά στον διεθνή διάλογο περί κτιρίων πολιτισμού καθώς ο χρονικός ορίζοντας που δίνεται στα ανακαινισμένα μουσεία (με πυρήνες από τον 19ο αιώνα) φθάνει τουλάχιστον έως το 2050.

Ανακαίνιση στο παρά πέντε

Και η Αθήνα; Με μια επαρχιακή αντίληψη φθάνει καταϊδρωμένη στο παρά πέντε να ανακαινίσει στοιχειωδώς ένα μέρος του παλαιού κτιρίου χωρίς να έχει προσφέρει λύσεις για το μέλλον του Αρχαιολογικού Μουσείου, ένα θέμα καίριο και ζωτικό που παίρνει και πάλι νέα παράταση. H φιλόδοξη ιστορία αναμόρφωσης του πρώτου μουσείου της χώρας, που θα μπορούσε να είχε προικίσει την Αθήνα με ένα αρχιτεκτόνημα υψηλών προδιαγραφών (ταιριαστό στον 21ο αιώνα), εκπίπτει σε αντιπαραθέσεις μηχανολογικών και εργολαβικών διαστάσεων και για το κατά πόσον θα είναι επαρκής ο κλιματισμός που θα τοποθετηθεί στο μερικώς έτοιμο μουσείο το καλοκαίρι του 2004. H Αθήνα χάνει μία ακόμη ευκαιρία να δείξει ανάστημα πρωτεύουσας στον διεθνή πολιτιστικό χάρτη.