ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Ανατροπές στο πολιτικό τοπίο

Η απότομη επιδείνωση του πολιτικού και κοινωνικού κλίματος επιταχύνει αναπόφευκτα τις εξελίξεις. Ολοι ανεξαιρέτως οι σχετικοί δείκτες του Βαρόμετρου, που αποτυπώνουν εμπειρικά την περιρρέουσα ατμόσφαιρα του κοινωνικού περίγυρου τον τελευταίο μήνα καταγράφουν εντυπωσιακή μεταβολή, ενώ τα ποσοστά που προκύπτουν συνιστούν στις περισσότερες περιπτώσεις νέα ιστορικά επίπεδα. Το μέγεθος της κοινωνικής απαισιοδοξίας που επικρατεί πλέον γίνεται ευκρινέστερα αντιληπτό με την κατάρρευση, που παρατηρείται, των όποιων προσδοκιών διατηρούσε μέχρι σήμερα η κοινή γνώμη, όχι μόνον σχετικά με το μέλλον των προσωπικών οικονομικών, αλλά και σχετικά με τη μελλοντική εξέλιξη της οικονομίας, βραχυχρόνια και κυρίως μακροχρόνια. Η πολιτική σκηνή της χώρας βρίσκεται μπροστά σε σημείο καμπής. Η σημερινή κοινωνική και εκλογική κρίση του δικομματικού συστήματος, όχι μόνο βαθαίνει εντυπωσιακά, αλλά και αποδεικνύεται η σοβαρότερη από αυτές που έχουμε γνωρίσει μεταπολιτευτικά μέχρι σήμερα. Τρεις ανατροπές ορίζουν το νέο πολιτικό τοπίο:

Πρώτον, η εντυπωσιακή αποδυνάμωση της εικόνας του πρωθυπουργού και της κυβέρνησης. Πιστοποιείται χαρακτηριστικά από την καταρρέουσα δημοτικότητα του Γ. Παπανδρέου (9%), η οποία εξομοιώνεται πλέον -για πρώτη φορά- με την αντίστοιχη του Α. Σαμαρά (αμφότεροι συγκεντρώνουν ποσοστό θετικών κρίσεων 35%), αλλά και την απώλεια της πρώτης θέσης στην κατάταξη δημοτικότητας των πολιτικών αρχηγών, υπέρ του Γ. Καρατζαφέρη. Αντίστοιχη είναι η κατακρήμνιση της ικανοποίησης από την κυβέρνηση (-7%), της κυβερνητικής ικανότητας (-5%), της δημοτικότητας του κυβερνώντος κόμματος (-6%), αλλά και του δείκτη κομματικής ταύτισης με το ΠΑΣΟΚ (-5%).

Δεύτερον, η εκλογική επιρροή του κυβερνώντος κόμματος βυθίζεται απότομα σημειώνοντας (μηνιαίες) απώλειες, της τάξης του 3%. Επειτα από συνεχή πτωτική πορεία οκτώ μηνών, για πρώτη φορά στη μέτρηση του Βαρόμετρου, η εκτιμώμενη εκλογική επιρροή του (35%) βρίσκεται ελαφρώς κάτω από το ποσοστό, που -βάσει του ισχύοντος νέου εκλογικού νόμου- εξασφαλίζει την κοινοβουλευτική αυτοδυναμία, μεταφραζόμενη μόλις σε 149 έδρες.

Μάλιστα, αυτό συμβαίνει υπό την εξαιρετικά ευνοϊκή προϋπόθεση για το προπορευόμενο κόμμα, ότι τα κόμματα που παραμένουν εκτός Βουλής αθροίζουν σήμερα -βάσει της εκτίμησης της Public Issue- σε υψηλότατο ποσοστό, 11,5%. Ενα παρόμοιο ενδεχόμενο, όμως, με δεδομένη τη σημερινή ρευστότητα της ψήφου, σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να θεωρηθεί βέβαιο. Την αβεβαιότητα ενισχύει και η εκτεταμένη πρόθεση αποχής που καταγράφεται (34,5%), για την οποία επίσης ουδείς γνωρίζει εάν θα επαληθευθεί και στην κάλπη. Μπορεί σήμερα τα τρία μικρότερα νεοπαγή κόμματα, με τα ποσοστά που συγκεντρώνουν μέχρι στιγμής (Οικολόγοι 2,5%, ΔΗΜΑΡ 2,5%, ΔΗΣΥ 2%), να μην έχουν εξασφαλίσει την είσοδό τους στην επόμενη Βουλή, το ενδεχόμενο αυτό, ωστόσο, παραμένει σε μεγάλο βαθμό ανοικτό. Εάν συμβεί κάτι παρόμοιο θα καταστήσει τη θέση του πρώτου κόμματος περισσότερο δυσμενή. (Π. χ. εάν δεχθούμε, υποθετικά, μια παραλλαγή του σημερινού κομματικού συσχετισμού δυνάμεων, με τα τρία μικρά κόμματα εντός Βουλής, τότε οι έδρες του πρώτου κόμματος, με ποσοστό 35%, θα έφθαναν μόλις τις 140). Υπό παρόμοια δεδομένα, η έκβαση μιας πιθανής εκλογικής αναμέτρησης, στο άμεσο διάστημα, καθίσταται ιδιαιτέρως απρόβλεπτη. Εάν προκύψει ενδεχόμενο προκήρυξης πρόωρων εκλογών, θα είναι μάλλον αποτέλεσμα μη ηθελημένης ή μη ορθολογικής επιλογής.

Τρίτον, η κάθετη άνοδος του ΛΑΟΣ (+3%), που προσεγγίζει για πρώτη φορά εκλογική επιρροή 9%. Ενδειξη για την τάση συντηρητικοποίησης του εκλογικού σώματος, που επιτείνεται. Το κόμμα του κ. Καρατζαφέρη ευνοείται προφανώς από τη συγκυρία που ενισχύει το αίτημα του «Νόμου και της Τάξης» (απεργία μεταναστών, δολοφονία αστυνομικών), αλλά η άνοδός του δεν μπορεί να αποδοθεί μόνον εκεί. Ο ΛΑΟΣ επιχειρεί να «ενσφηνωθεί» μονιμότερα ανάμεσα στα δύο μεγάλα κόμματα, τάση που αρχίζει να διαφαίνεται στις κομματικές μετατοπίσεις. Πρωτίστως, αυτό επηρεάζει τη Ν. Δ.