ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Ο πρέσβης, οι «βαρώνοι» και η «μητσοτακική φυλή»

«Είμαι η τελευταία που έμαθα ότι, παρά την ουδετερότητα του Κώστα Καραμανλή, όλοι οι βαρώνοι του καραμανλισμού κινούνταν εναντίον μου» φέρεται να λέει η κ. Ντόρα Μπακογιάννη σε συνομιλητές της. Η αυτοκριτική για την αδυναμία της ίδιας και του επιτελείου της να αξιολογήσουν τις συνθήκες της εσωκομματικής εκλογής στη Ν. Δ. δεν είναι ικανή να καλύψει την οργή της προέδρου της Δημοκρατικής Συμμαχίας.

Η προ ημερών επιλογή της να κατονομάσει ως «επικεφαλής» της «καραμανλικής φυλής», που εργάσθηκε υπογείως υπέρ του κ. Σαμάρα, τον κ. Πέτρο Μολυβιάτη δεν ήταν τυχαία. Ναι μεν προκάλεσε έκπληξη, ως προς τα πολιτικά ειωθότα, ωστόσο δεν ήταν τίποτε περισσότερο από την επίσημη εκφορά όσων η ίδια και οι συνεργάτες της καταλογίζουν σιωπηρώς ήδη από την επομένη της ήττας στις εσωκομματικές εκλογές.

Αφορμή στάθηκαν τα τηλεγραφήματα της αμερικανικής πρεσβείας στην Αθήνα που, μέσω Wikileaks, αποκάλυψε η «Κ». Η αναφορά του τότε πρέσβη κ. Ντ. Σπέκχαρντ, τον Ιανουάριο του 2009, ότι «ο Αντώνης Σαμαράς ελπίζει στη στήριξη της «καραμανλικής φυλής» και των συμμάχων της που θέλουν έναν αντίπαλο για τη «μητσοτακική φυλή» που εκπροσωπεί η Μπακογιάννη», αποτέλεσε για την κ. Μπακογιάννη ευκαιρία να ξιφουλκήσει εναντίον των «βαρώνων του καραμανλισμού», όπως λένε συνεργάτες της.

Κρατάει χρόνια…

Αλλωστε, οι σχέσεις μεταξύ του κ. Πέτρου Μολυβιάτη και της κ. Ντόρας Μπακογιάννη ουδέποτε υπήρξαν αρμονικές.  Οι προσεγγίσεις τους στα εξωτερικά ζητήματα ήταν διαφορετικές και η καχυποψία έντονη. Η κ. Μπακογιάννη πίστευε ότι ο προκάτοχός της, ακόμη κι όταν της παρέδωσε το υπουργείο, ουδέποτε απεσύρθη. Τουναντίον, διατήρησε το ειδικό του βάρος τόσο έναντι του τότε πρωθυπουργού όσο και έναντι πολιτικών, δημοσιογράφων, ακόμη και της ίδιας της αμερικανικής πρεσβείας ως «εξωθεσμικός παράγων», όπως τον κατήγγειλε. Με αποκορύφωμα την ενεργή, όπως θεωρεί, στήριξη των «καραμανλικών» στον κ. Αντ. Σαμαρά.

«Αν κάποιος ρωτούσε τον Μολυβιάτη για τη διαδοχή θα ελάμβανε, χωρίς δισταγμό, την απάντηση ότι προτιμά σαφώς τον Σαμαρά από την Μπακογιάννη» απαντούν από την πλευρά τους συνεργάτες του πρέσβη. «Ωστόσο, αυτό που ξεχνάει η κ. Μπακογιάννη είναι ότι την εκλογή δεν την έκανε κάποιος εξωθεσμικός παράγοντας, όπως αρέσκεται να πιστεύει, αλλά 800.000 άνθρωποι… αλίμονο αν ο Μολυβιάτης έχει τη δυνατότητα να κινητοποιήσει τόσους ανθρώπους», προσθέτουν.  

Αυτοί ακριβώς οι 800.000 γαλάζιοι εκλογείς, ωστόσο, προσήλθαν στις κάλπες, εν πολλοίς, λόγω και του κ. Μολυβιάτη. Για την ακρίβεια, όχι μόνον λόγω αυτού. Οπως αποκάλυψε ήδη από τις 6 Δεκεμβρίου του 2009 η «Κ», ο κ. Μολυβιάτης και οι κ. Αχιλλέας Καραμανλής και Ιωάννης Βαρβιτσιώτης ήταν αυτοί που στις 11 Οκτωβρίου του 2009 συναντήθηκαν και, εντέλει, παρενέβησαν, τηλεφωνικώς, προς τον κ. Κ. Καραμανλή υπέρ της εκλογής του διαδόχου του από τη βάση και όχι από το συνέδριο. Σχετικό αίτημα είχε υποβάλει ο Δημ. Αβραμόπουλος και υιοθέτησε ο Αντ. Σαμαράς.

Και οι τρεις, πολύπειροι στα κομματικά, γνώριζαν ότι η, κατά Σπέκχαρντ, «μητσοτακική φυλή» κυριαρχεί στο συνέδριο. «Η εκλογή από τη βάση ενίσχυε τη νομιμοποίηση του νέου προέδρου, περιόριζε τους κινδύνους αμφισβήτησης του αποτελέσματος και, συνεπώς, διάσπασης του κόμματος», σημειώνει στην «Κ» βουλευτής που παρακολουθούσε διά ζώσης τις εξελίξεις. «Και αυτή ήταν η αληθής επιδίωξή μας» επιμένει σήμερα ένας εκ των τριών που συμμετείχαν στη συνάντηση.

Αυτή είναι η μία πλευρά του νομίσματος. Η άλλη είναι ότι η διεύρυνση του εκλεκτορικού σώματος αύξανε τις αβεβαιότητες και, συνεπώς, καθιστούσε διεκδικούμενη τη μέχρι τότε δεδομένη για την κ. Μπακογιάννη εκλογή. «Η ίδια εδέχθη τη διαδικασία, θα μπορούσε να επιμείνει στο καταστατικό και το συνέδριο» σχολιάζουν συνομιλητές του κ. Μολυβιάτη. Ο πρέσβης μοιάζει να μην επιθυμεί να δοθεί άλλη συνέχεια στην ένταση, την οποία αποδίδει στην πικρία της κ. Μπακογιάννη. Εξ ου και το σχόλιο, «το γαρ πολύ της θλίψεως…»

Η κ. Μπακογιάννη, πάλι, καλείται πλέον να μετρήσει κέρδη και ζημίες από τη στρατηγική επιλογή, υψηλού ρίσκου, στην οποία προέβη. Με υπαρκτό τον κίνδυνο να συνδράμει στη σύσφιγξη των (όχι ιδανικών πάντως) σχέσεων μεταξύ Σαμαρικών και Καραμανλικών, μοιάζει να επιδιώκει να οριοθετήσει την πολιτική της παρουσία σε αντιδιαστολή με τις δύο εναπομείνασες «φυλές» στη Ν. Δ., να αφήσει το μεγαλύτερο βάρος υπεράσπισης της γαλάζιας διακυβέρνησης στις πλάτες του Αντ. Σαμαρά και, εντέλει, να προσελκύσει τους αναποφάσιστους προς το κόμμα της.