ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Το ανθεκτικό Σύνταγμα του 1975

Το ανθεκτικό Σύνταγμα του 1975

Συμπληρώνονται φέτος 45 χρόνια από την ψήφιση του ισχύοντος Συντάγματος. Ετσι, πλην δραματικού απροόπτου, το Σύνταγμα του 1975 θα ξεπεράσει σε μακροημέρευση τον βίο του Συντάγματος του 1864, που εξακολουθεί να κατέχει το σχετικό ρεκόρ.

Πού οφείλεται η επιτυχία του; Πώς κατάφερε να απορροφήσει τους κραδασμούς της αλλαγής του 1981 και την πρώτη συγκατοίκηση Καραμανλή-Παπανδρέου που επακολούθησε; Πώς διευθέτησε την χωρίς προηγούμενο έξαρση των παθών που προκάλεσε το σκάνδαλο Κοσκωτά, το 1989-90; Μετά το 2010, πώς άντεξε τα τρία μνημόνια, την κατάρρευση του κομματικού συστήματος και την άνοδο στην εξουσία ενός «αντισυστημικού» κόμματος; Μήπως, τέλος, από τον περασμένο Ιανουάριο, συνέβαλε και αυτό στην αποτελεσματική απόκρουση της απειλής του κορωνοϊού;

Οπως πιστεύω, η μεγαλύτερη δυσκολία για να απαντήσει κανείς τα ανωτέρω ερωτήματα βρίσκεται στο ότι το Σύνταγμα του 1975, ως έργο του Κωνσταντίνου Καραμανλή, δεν μπορεί να αξιολογηθεί αυτοτελώς. Ηταν κατά πολλούς το μείζον επίτευγμά του, που σφράγισε τη «βελούδινη» μετάβαση από τη δικτατορία στη δημοκρατία. Δεν είναι εύκολο, συνεπώς, να αποτιμηθεί ανεξάρτητα από τις προθέσεις του εμπνευστή του, ούτε από το κλίμα της εποχής που ψηφίστηκε.

Ο Κων. Καραμανλής και ο Καταστατικός Χάρτης

Ο Γ. Μαύρος (δεξιά) αντέδρασε στο θέμα των υπερεξουσιών του Προέδρου, ενώ ο Ευ. Αβέρωφ (στη μέση) διαφοροποιήθηκε από τα δεξιά. 

Για τον Καραμανλή, η αναθεώρηση του Συντάγματος αποτέλεσε κορυφαία προτεραιότητα από αρκετά παλιά. Σε προεκλογική ομιλία του στη Θεσσαλονίκη, το 1961, πρωτομίλησε για την ανάγκη να προσαρμοσθεί στα δεδομένα της εποχής του. Χαρακτήρισε, μάλιστα, τότε το Σύνταγμα του 1952 «εις πολλάς διατάξεις του απηρχαιωμένον και τροχοπέδην εις την πρόοδον του τόπου» (29.10.1961).

Αργότερα, με επανειλημμένες δηλώσεις, απέδωσε την κατάρρευση της δημοκρατίας στην αποτυχία της συνταγματικής αναθεώρησης.

Μετά το πραξικόπημα του 1967, σε επιστολή του προς τον βασιλιά, επανήλθε στο θέμα. Για την αναθεώρηση του Συντάγματος, υποστήριζε, «δεν χρειάζονται πολλοί άνθρωποι, ούτε πολύς χρόνος και, προ παντός, πολυπραγμοσύνη επιστημονική. Ολίγοι άνθρωποι, με πείραν των αναγκών της χώρας, θα ημπορούσαν να καταρτίσουν το νέον Σύνταγμα εντός βραχυτάτου χρόνου» (9.11.1967). Η ευκαιρία, βέβαια, του δόθηκε με τη Μεταπολίτευση του 1974. Με το πολιτειακό λυμένο, χάρη στο δημοψήφισμα της 8.12.1974 –το μόνο αδιάβλητο στην πολιτική μας ιστορία– ο Καραμανλής είχε την αγωνία να μην καρκινοβατήσει η αναθεώρηση, όπως είχε συμβεί το 1946-52. Επέβαλε έτσι γοργό ρυθμό στην αναθεωρητική διαδικασία. Σε συνεδρίαση του υπουργικού συμβουλίου που τα πρακτικά της αποκαλύφθηκαν πρόσφατα (23.12.1974), αναφέρθηκε εκτενώς στους συνταγματολόγους. «Ασφαλώς, αι γνώμαι των είναι χρήσιμοι, δεν πρέπει όμως να είναι αποφασιστικαί». Διότι, όπως διευκρίνιζε στον Παν. Ζέπο και τον Δημ. Ευρυγένη, που τόλμησαν τότε να αντιλέξουν, οι συνταγματολόγοι «δεν έχουν μεγάλην πολιτικήν πείραν». Γιατί δεν αντιλαμβάνονται «τας ειδικάς συνθήκας εκάστου τόπου». Το Σύνταγμα, συνόψιζε, είναι θέμα «κατά το ήμισυ πολιτικής και κατά το ήμισυ επιστημονικής πείρας». Η κατάρτισή του «θέλει προπαντός δέκα ανθρώπους με πολιτικήν πείραν και δεκαπέντε ημέρας εντατικής εργασίας».

19.12.1974. Την πρόθεση Καραμανλή το Σύνταγμα να διαμορφωθεί με τη συνεργασία της αντιπολίτευσης, προβάλλει η «Κ».

Το αρχικό σχέδιο

Ελάχιστα έχουν έκτοτε γίνει γνωστά για το ποιοι, γύρω από τον Κων. Τσάτσο και τον Κων. Παπακωνσταντίνου, τους στενότερους συνεργάτες του τότε, συγκρότησαν την ολιγομελή ομάδα η οποία, υπό την «υψηλή» καθοδήγηση του ίδιου, κατάρτισε το αρχικό σχέδιο Συντάγματος της κυβέρνησης της Ν.Δ. και «έτρεξε» ουσιαστικά την αναθεώρηση. Με άρθρο του στο «Βήμα», ο Ευάγγελος Αβέρωφ έσπευσε αμέσως να διαφοροποιηθεί από δεξιά, ενώ ο Ηλίας Ηλιού διατύπωσε τις επιφυλάξεις της Αριστεράς στην «Αυγή». Ομάδα εργασίας του ΠΑΣΟΚ, υπό τον Κώστα Σημίτη, υπέβαλε «αντισχέδιο». Το ίδιο και η ΕΔΑ με το ΚΚΕ (εσωτερικού) ενώ, η συζήτηση στη Βουλή τους μήνες που ακολούθησαν, παρ’ ότι διεξήχθη με πιεστικούς ρυθμούς, ήταν πολύ υψηλού επιπέδου.

09.1.1975. Τη συζήτηση στη Βουλή για το νέο Σύνταγμα προβάλλει στην πρώτη σελίδα η «Κ».

Ο Δημ. Τσάτσος, ως εισηγητής της μειοψηφίας, εκπροσώπησε όλα τα κόμματα της αντιπολίτευσης, ενώ αποφασιστικές παρεμβάσεις έκαναν ο Γ.-Α. και ο Γ. Β. Μαγκάκης, με τον Λεωνίδα Κύρκο να δίνει το «παρών» στις περισσότερες συνεδριάσεις. Σημαντική από κυβερνητικής πλευράς ήταν και η συμβολή του Κων. Στεφανάκη, υπουργού Δικαιοσύνης.

Συναινετικές λύσεις

Τελικά, στις 7.6.1975 το νέο Σύνταγμα ψηφίσθηκε μόνον από τη Νέα Δημοκρατία. Με τους 215 βουλευτές της, μπορούσε βέβαια να επιβάλει της θέσεις της. Παρά ταύτα, με εξαίρεση το ζήτημα των «υπερεξουσιών» του Προέδρου της Δημοκρατίας, είχαν επιτευχθεί συναινετικές λύσεις στα περισσότερα κρίσιμα ζητήματα. Από αυτή την άποψη, πιστεύω ότι η οξύτατη κριτική που άσκησε η τότε αντιπολίτευση, με πρωταγωνιστή τον Ανδρέα Παπανδρέου, αδικούσε το έργο που είχε γίνει.

Η συζήτηση για τις «υπερεξουσίες» του Προέδρου

Επί της ουσίας, οι λεγόμενες «υπερεξουσίες» του Προέδρου ήταν εκείνες που μονοπώλησαν τη συζήτηση τότε και τη δεκαετία που ακολούθησε. 

Με νωπή ακόμη τη μνήμη των Ιουλιανών του 1965 και, στο βάθος, τη σκιά της σύγκρουσης Βενιζέλου-Κωνσταντίνου το 1915, η αντιπολίτευση αντιτάχθηκε με σφοδρότητα στη δυνατότητα του Προέδρου να διαλύει τη Βουλή αν, κατά την κρίση του, βρισκόταν σε «προφανή δυσαρμονία» προς το λαϊκό αίσθημα. Το ίδιο και στην παύση της κυβέρνησης, ακόμη και αν αυτή διέθετε τη δεδηλωμένη. 

Στις αρμοδιότητες αυτές, το Κέντρο και η Αριστερά έβλεπαν τον κίνδυνο ενός εκκολαπτόμενου Γλυξβούργου. Μήπως, έλεγαν, πραγματική επιδίωξη του Καραμανλή δεν ήταν να εξισορροπηθούν οι εξουσίες, όπως δήλωνε, αλλά να εμποδιστεί αύριο μια πιθανή κυβέρνηση της Κεντροαριστεράς;

Τόσο το ΚΚΕ εσ. (πάνω οι Λεωνίδας Κύρκος και Μπάμπης Δρακόπουλος) όσο και το ΠΑΣΟΚ (κάτω) υπέβαλαν δικό τους «αντισχέδιο» για το Σύνταγμα.

Με τη γνώση των χρόνων που μεσολάβησαν, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η διαμάχη αυτή ήταν ιστορικά ξεπερασμένη. Ως αιρετός, ο Πρόεδρος δεν θα μπορούσε να παίξει τον ρόλο του βασιλιά, ακόμη και αν διέθετε την ευρύτατη νομιμοποίηση ενός Καραμανλή. Διότι κάτι τέτοιο, σε μια περίοδο κατά την οποία το ζητούμενο πλέον και στην Ελλάδα ήταν να κυβερνά η πλειοψηφία, θα τον απομόνωνε πολιτικά. Ετσι, η κατάργηση των «υπερεξουσιών» του Προέδρου από το ΠΑΣΟΚ και το ΚΚΕ το 1985-1986 δεν ήταν μόνον μια «απάντηση» της Κεντροαριστεράς στη Ν.Δ. Αποκαθιστούσε ταυτόχρονα, τον κοινοβουλευτικό «κανόνα», ο οποίος ανέκαθεν ήθελε στην Ελλάδα η εκάστοτε κοινοβουλευτική πλειοψηφία να κυβερνά ανεμπόδιστη.

Η αποδοχή του Κωνσταντίνου Καραμανλή να επανεκλεγεί Πρόεδρος το 1990, με οριακή πλειοψηφία και με περικεκομμένες αρμοδιότητες, τερμάτισε τότε τη συζήτηση. Διότι, κατ’ αποτέλεσμα, νομιμοποίησε αναδρομικά την αναθεώρηση του 1986 και το πνεύμα που αυτή εξέφραζε.

Αποτέλεσμα βέβαια της ανωτέρω εξέλιξης ήταν το πολίτευμά μας να εξελιχθεί σε ένα από τα «πρωθυπουργοκεντρικότερα» στην Ευρώπη. Η ανάγκη να υπάρχουν θεσμικά αντίβαρα, που να μπορούν να αποτρέψουν την κυβερνώσα πλειοψηφία να καταστεί ανέλεγκτη, δεν είχε ακόμη συνειδητοποιηθεί. Και έπρεπε να έρθει η δεκαετία του 1990-2000 για να αποδεχθεί το πολιτικό μας σύστημα τον διευρυμένο ρόλο των δικαστών και, δευτερευόντως, των ανεξάρτητων αρχών.

Εισήγαγε σειρά σπουδαίων καινοτομιών

Μία από τις πιο σοβαρές συνέπειες της ξεπερασμένης συζήτησης για τις «υπερεξουσίες» του Προέδρου, είναι ότι εμπόδισε την ανάδειξη μιας σειράς σπουδαίων καινοτομιών του Συντάγματος του 1975, χάρη στις οποίες, κυρίως, αυτό άντεξε τις κρίσεις των ετών που ακολούθησαν. Πέρα από τον θεσμό της νομοθετικής εξουσιοδότησης, που βρήκε επιτέλους τη θέση που του αρμόζει στο Σύνταγμα, αναφέρομαι προπάντων στο δίκαιο της ανάγκης: χωρίς τις πράξεις νομοθετικού περιεχομένου, οι κυβερνήσεις της περιόδου των μνημονίων και του κορωνοϊού, θα κατέφευγαν δίχως άλλο στη «δοκιμασμένη» πρακτική των αναγκαστικών νόμων (1946-52) και των ΠΥΣ έκτοτε. Αναφέρομαι ακόμη στη δυνατότητα χρονικής σύντμησης της τακτικής νομοθετικής διαδικασίας, σε περίπτωση «επείγοντος» και «κατεπείγοντος». Μπόρεσαν έτσι να υιοθετηθούν χωρίς καθυστέρηση κρίσιμες ρυθμίσεις, που διαφορετικά θα χρειάζονταν εβδομάδες αν όχι μήνες για να ψηφιστούν, με τις ανάγκες να περιμένουν.

Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας Μιχαήλ Στασινόπουλος υπογράφει τον Καταστατικό Χάρτη της Ελλάδας.

Οσο για τα ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα, με ελάχιστες εξαιρέσεις, το Σύνταγμα εναρμονίστηκε προς το ευρωπαϊκό κεκτημένο και, σε ορισμένες περιπτώσεις, όπως η προστασία του περιβάλλοντος, πρωτοπόρησε. Σε ένα πνεύμα συμφιλίωσης, η Ν.Δ. εγκατέλειψε μερικές έμμονες ιδέες της, όπως η απαγόρευση των «ανατρεπτικών» κομμάτων. Ετσι, αν εξαιρέσει κανείς μερικές διατάξεις που υιοθετήθηκαν αβασάνιστα, όπως οι σχέσεις κράτους και Εκκλησίας και η απαγόρευση των ιδιωτικών ΑΕΙ, το Σύνταγμα δεν εμπόδισε μια μικρή επανάσταση σε αυτό το πεδίο, με τη νομολογία των δικαστηρίων να δίνει τον τόνο σε ζητήματα έως πρόσφατα ταμπού, όπως η ισονομία των δύο φύλων, η σεξουαλική ελευθερία και η προστασία των μειονοτήτων.

Επανερχόμενος στο αρχικό μας ερώτημα, νομίζω ότι το Σύνταγμα του 1975 άντεξε στο διάβα του χρόνου για δύο κυρίως λόγους: πρώτον, διότι το οργανωτικό μέρος του, με κόστος ίσως την ελλιπή λογοδοσία των κυβερνώντων, δεν παρακώλυσε, όπως στο παρελθόν, την ταχεία και αποτελεσματική δράση της εκτελεστικής εξουσίας. Και, δεύτερον, διότι κοινωνικοπολιτικά, στον άξονα Δεξιά – Αριστερά, δεν εμπόδισε αλλά τουναντίον διευκόλυνε, την εναλλαγή πλειοψηφιών, με μεγάλες προγραμματικές διαφορές, χωρίς μείζονες απώλειες.

Οι παράγοντες αυτοί, κατά τη γνώμη μου, σε συνδυασμό με την ανάπτυξη μιας ισχυρής μεσαίας τάξης και με την ένταξη της χώρας μας στην Ε.Ε. και τη Ζώνη του Ευρώ, ήταν εκείνοι που κυρίως διασφάλισαν την επιτυχία του.
 
* Ο κ. Ν. Κ. Αλιβιζάτος είναι ομότιμος καθηγητής του Συνταγματικού Δικαίου στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.