ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Από τη Μέρκελ στον σκόπελο της Βουλής

apo-ti-merkel-ston-skopelo-tis-voylis0

«Παράθυρο» για την επίτευξη συμφωνίας με την τρόικα άνοιξαν η
επίσκεψη του κ. Αντ. Σαμαρά στο Βερολίνο και η συνάντηση με τη
Γερμανίδα καγκελάριο κ. Αγκελα Μέρκελ, αλλά και οι «εσωτερικές»
διαβουλεύσεις του πρωθυπουργού με τον πρόεδρο του ΠΑΣΟΚ κ. Ευ.
Βενιζέλο, με το νέο κρίσιμο στοίχημα για την κυβέρνηση να αποτελούν
μια σειρά από ψηφοφορίες στη Βουλή.

Συγκεκριμένα, μεγάλα κρας τεστ για την κυβέρνηση συνιστούν η ψήφιση
του νέου φόρου για τα ακίνητα, που προγραμματίζεται για τις 4
Δεκεμβρίου, η ψηφοφορία επί του προϋπολογισμού -που επέχει και θέση
ψήφου εμπιστοσύνης- τέσσερις ημέρες αργότερα και η έγκριση της
όποιας συμφωνίας με τους εκπροσώπους των δανειστών για τους
πλειστηριασμούς, από τη Βουλή, στο τέλος του χρόνου.

Οπως αναφέρουν πληροφορίες, την περασμένη Τετάρτη το βράδυ, μετά
την ολοκλήρωση της διαπραγμάτευσης του κ. Γ. Στουρνάρα με την
τρόικα, σε συνάντηση που είχαν στο Μέγαρο Μαξίμου, ο πρωθυπουργός
και ο υπουργός Οικονομικών συμφώνησαν πως η Αθήνα θα ήταν έτοιμη να
αποδεχθεί σειρά διαρθρωτικών μέτρων, εάν η τρόικα αποδεχόταν την
ελληνική εκδοχή για το δημοσιονομικό κενό του 2014 και έκλεινε κάθε
συζήτηση περί περικοπών σε μισθούς και συντάξεις.

Νωρίτερα, σε ανάλογη γραμμή πλεύσης είχαν καταλήξει ο πρωθυπουργός
κ. Αντ. Σαμαράς και Ευ. Βενιζέλος, παρότι οι τελικές τους αποφάσεις
θα ληφθούν σε νέα συνάντηση που θα έχουν πριν από την επιστροφή της
τρόικας: Ο πρωθυπουργός, λαμβάνοντας υπόψη τα μηνύματα από το
Βερολίνο και τις Βρυξέλλες, φέρεται να έπεισε τον κ. Βενιζέλο πως
στο πλαίσιο μιας «συνολικής» συμφωνίας η Αθήνα πρέπει να είναι
έτοιμη να αποδεχθεί τη γενναία συρρίκνωση των ΕΑΣ -ακόμη και να
καταργηθεί ο εξαγωγικός τους χαρακτήρας- να βρει ένα «μόντους
βιβέντι με τους εκπροσώπους των δανειστών για τους πλειστηριασμούς
και να προωθήσει τις μεταρρυθμίσεις στις αγορές προϊόντων και
υπηρεσιών που έχει εισηγηθεί ο ΟΟΣΑ. Ενστάσεις, ο κ. Βενιζέλος έχει
εγείρει μόνο για την απελευθέρωση των απολύσεων στον ιδιωτικό τομέα
για τις οποίες επιμένει μετ’ επιτάσεως η τρόικα, με το σκεπτικό ότι
«έχουν γίνει πάρα πολλές παρεμβάσεις τα τελευταία χρόνια στις
εργασιακές σχέσεις», αλλά και ότι θα ήταν δυνατόν να πυροδοτηθούν
μεγάλες αντιδράσεις στο εσωτερικό του ΠΑΣΟΚ. Ομως, ακόμη και αυτό
το θέμα παραμένει «ανοικτό» ενόψει του νέου κύκλου
διαπραγμάτευσης.

Ως αντάλλαγμα, για όλα τα παραπάνω, όπως προέκυψε και από τη
συνάντηση του πρωθυπουργού με την κ. Αγκελα Μέρκελ, η Αθήνα βγάζει
επί του παρόντος από την ατζέντα το «αγκάθι» του δημοσιονομικού
κενού, ενώ, παράλληλα, ο πρωθυπουργός έλαβε την άτυπη δέσμευση της
Γερμανίδας καγκελαρίου πως είτε την άνοιξη, είτε μετά τις
ευρωεκλογές θα υπάρξουν αποφάσεις και για το ελληνικό χρέος.
Μάλιστα, πέραν των ανωτέρω, σύμφωνα με πληροφορίες, στον κ. Σαμαρά
έχει διαμηνυθεί από το ΔΝΤ πως εάν υπάρξει τον επόμενο Απρίλιο -με
την πιστοποίηση της Eurostat για το πρωτογενές πλεόνασμα- δέσμευση
του Εurogoup ότι τυχόν χρηματοδοτικό κενό για το 2014-2015 θα
καλυφθεί από τους εταίρους, το Ταμείο θα συνεχίσει την καταβολή των
δόσεων προς την Ελλάδα, ενώ ο πρωθυπουργός θα αποφύγει την υπογραφή
νέου Μνημονίου – παράμετρος κρίσιμη ενόψει των ευρωεκλογών του
Μαΐου.

Υπό το ανωτέρω πρίσμα, εν πολλοίς το ενδιαφέρον των κ. Σαμαρά και
Βενιζέλου μετατοπίζεται στην εσωτερική πολιτική σκηνή και στις
κρίσιμες ψηφοφορίες του επόμενου μήνα στη Βουλή. Ο πρωθυπουργός και
ο κ. Βενιζέλος μεταδίδουν πως τυχόν «απώλειες» της κυβερνητικής
πλειοψηφίας θα οδηγήσουν σε πρόωρες εκλογές και ότι από την παρούσα
Βουλή δεν πρόκειται να υπάρξει άλλη κυβέρνηση.

Με άλλους λόγους, το κοινό μήνυμα των κ. Σαμαρά και Βενιζέλου είναι
πως δεν υπάρχει περίπτωση να επαναληφθεί το «μοντέλο» του 2011 με
τον κ. Λ. Παπαδήμο, δηλαδή να στηρίξουν τα δύο κόμματα κυβέρνηση
ειδικού σκοπού με εξωκοινοβουλευτικό πρωθυπουργό, ακόμη και εάν
έτσι άνοιγε ο δρόμος για στήριξη της τελευταίας και από τη
ΔΗΜΑΡ.

Πάντως, ο σχεδιασμός που έχει εκπονήσει το Μέγαρο Μαξίμου για την
ψήφιση του νέου φόρου για τα ακίνητα, του προϋπολογισμού και της
ρύθμισης για τους πλειστηριασμούς υπηρετεί ακριβώς την αποφυγή ενός
κοινοβουλευτικού «ατυχήματος», καθώς η κυβερνητική πλειοψηφία
αριθμεί μόλις 154 βουλευτές, ενώ ουδείς μπορεί να αποκλείσει να
υπάρξουν «αντάρτες», πρωτίστως, από το ΠΑΣΟΚ.

Συγκεκριμένα, η ψηφοφορία για τον φόρο στα ακίνητα, όπως
προαναφέρθηκε, θα πραγματοποιηθεί πρώτη, στις 4 του μήνα. Η
συγκεκριμένη ρύθμιση μπορεί να υπερψηφιστεί πλέον ακόμη και με
οριακές διαρροές, χωρίς να εγείρεται μείζον πολιτικό θέμα, καθώς η
Βουλή απέρριψε μόλις πρόσφατα την πρόταση μομφής που κατέθεσε ο
ΣΥΡΙΖΑ. Παράλληλα, εκτιμάται πως εάν όντως υπάρξουν διαφωνούντες,
το όποιο «κενό» προκύψει στην κοινοβουλευτική πλειοψηφία Ν.Δ. –
ΠΑΣΟΚ θα είναι δυνατόν να καλυφθεί στην ψηφοφορία επί του
προϋπολογισμού -που είναι και η πλέον κρίσιμη- καθώς συγκεκριμένοι
βουλευτές που ανήκουν στον χώρο των ανεξάρτητων θεωρείται πως θα
κινηθούν στην κατεύθυνση της αποτροπής των πρόωρων εκλογών. Τέλος,
η νέα ρύθμιση για τους πλειστηριασμούς, που θα πρέπει να έχει
νομοθετηθεί μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου, δεν είναι βέβαιο ότι θα
προωθηθεί μέσω τροπολογίας, όπως προβλέπει ο υφιστάμενος
σχεδιασμός. Εάν διαπιστωθεί ότι εγείρονται μείζονες αντιδράσεις
μπορεί να ισχύσει μέσω Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου, οπότε θα
έλθει προς ψήφιση στη Βουλή την άνοιξη. Τότε, το πολιτικό κλίμα
αναμένεται ότι θα είναι σε μεγάλο βαθμό διαφοροποιημένο, καθώς θα
έχουν έλθει τα πρώτα σημάδια εξόδου από την ύφεση και θα
πιστοποιείται το πρωτογενές πλεόνασμα.

Με βάση τα ανωτέρω δεδομένα, στο Μέγαρο Μαξίμου και τη Χαριλάου
Τρικούπη εκτιμάται πως η κυβέρνηση θα πορευθεί αλώβητη μέχρι τη
διπλή αναμέτρηση των περιφερειακών εκλογών και των ευρωεκλογών, τον
προσεχή Μάιο. Εκεί, όπως αναγνωρίζουν στενοί συνεργάτες των κ.
Σαμαρά και Βενιζέλου, οι περαιτέρω εξελίξεις θα κριθούν εκ του
αποτελέσματος. Ομως, στα επιτελεία των κ. Σαμαρά και Βενιζέλου
κυριαρχεί η εκτίμηση ότι Ν.Δ. και ΠΑΣΟΚ θα υπερβούν και τον
συγκεκριμένο σκόπελο, καθώς η κυβέρνηση θα έχει το όπλο της
διανομής σε ευπαθείς ομάδες μέρους του πρωτογενούς πλεονάσματος, ο
ΣΥΡΙΖΑ δεν καταγράφει δυναμική πρώτου κόμματος, ενώ εκτιμάται πως
τα όποια κέρδη αποκομίσει στις ευρωεκλογές, θα ισοσταθμιστούν από
απώλειες στις περιφερειακές εκλογές, καθώς στερείται ερεισμάτων και
ισχυρών προσώπων στον αυτοδιοικητικό χώρο.