ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Τα δύο στάδια της συνταγματικής αναθεώρησης από τη Βουλή

Τα δύο στάδια της συνταγματικής αναθεώρησης από τη Βουλή

Ισχυρές ασφαλιστικές δικλίδες που, μεταξύ άλλων, περιλαμβάνουν τη συγκρότηση δύο ειδικών επιτροπών, τη διεξαγωγή τριών ψηφοφοριών που θα απαιτούν μάλιστα για τη λήψη απόφασης πλειοψηφίες τουλάχιστον 180 βουλευτών, και όλα αυτά σε δύο διαφορετικών συνθέσεων κοινοβουλευτικά σώματα (την παρούσα και την επόμενη Βουλή που θα προκύψει από τις προσεχείς εθνικές εκλογές) περιλαμβάνει ο «οδικός χάρτης» της αναθεωρητικής του Συντάγματος διαδικασίας.

Η αρχή, όπως προβλέπεται από το ίδιο το Σύνταγμα και τον κανονισμό της Βουλής, «πρέπει» να γίνει με την κατάθεση γραπτής πρότασης από τουλάχιστον 50 βουλευτές, στην οποία θα προσδιορίζονται, με αιτιολόγηση, οι αναθεωρητέες διατάξεις.

Μετά την κατάθεση, οι προτάσεις διανέμονται σε όλους τους βουλευτές και παραπέμπονται για εξέταση σε Επιτροπή Αναθεώρησης του Συντάγματος που συγκροτείται από τον πρόεδρο της Βουλής. Η Βουλή με απλή πλειοψηφία καθορίζει την προθεσμία για την υποβολή της έκθεσης της επιτροπής. Προβλέπεται, πάντως, και η δυνατότητα παράτασης της αρχικής προθεσμίας. Οταν το έργο της επιτροπής ολοκληρωθεί, η έκθεση κατατίθεται στην Ολομέλεια και οι προτάσεις εγγράφονται σε ειδική ημερήσια διάταξη, προκειμένου να συζητηθεί η ανάγκη αναθεώρησης και οι αναθεωρητέες διατάξεις. Η απόφαση της Βουλής που διαπιστώνει την ανάγκη αναθεώρησης του Συντάγματος και η οποία καθορίζει ειδικά τις αναθεωρητέες διατάξεις λαμβάνεται με δύο ονομαστικές ψηφοφορίες «που απέχουν μεταξύ τους τουλάχιστον ένα μήνα και με πλειοψηφίες των τριών πέμπτων του όλου αριθμού των βουλευτών (180)».

Αν η Βουλή με την παρούσα σύνθεσή της αποφασίσει, ο πρόεδρος της επόμενης Βουλής στην αρχή της πρώτης συνόδου συνιστά Επιτροπή Αναθεώρησης του Συντάγματος, προκειμένου να επεξεργαστεί το περιεχόμενο των αναθεωρητέων διατάξεων όπως αυτές είχαν καθοριστεί στην αμέσως προηγούμενη φάση της διαδικασίας.

Αυτή τη φορά η απόφαση της Βουλής για τις αναθεωρητέες διατάξεις προβλέπεται να ληφθεί με μία και μόνη ονομαστική ψηφοφορία «με την απόλυτη πλειοψηφία του όλου αριθμού των μελών της» (άρθρο 110 §3). Ομως η παράγραφος 4 του ίδιου άρθρου προβλέπει: «Aν η πρόταση για αναθεώρηση του Συντάγματος έλαβε την πλειοψηφία του όλου αριθμού των βουλευτών, όχι όμως και την πλειοψηφία των τριών πέμπτων, σύμφωνα με την παράγραφο 2, η επόμενη Bουλή κατά την πρώτη σύνοδό της μπορεί να αποφασίσει σχετικά με τις αναθεωρητέες διατάξεις με την πλειοψηφία των τριών πέμπτων του όλου αριθμού των μελών της». Αυτό σημαίνει ουσιαστικά ότι, για τις διατάξεις που είχαν χαρακτηριστεί αναθεωρητέες με 180 ψήφους στην προηγούμενη Βουλή, η αναθεώρηση στην επόμενη Βουλή μπορεί να γίνει με πλειοψηφία 151 ψήφων, αλλά και το αντίστροφο: αν στην πρώτη Βουλή η πλειοψηφία ήταν απόλυτη, στην επόμενη χρειάζεται αυξημένη – τουλάχιστον 180.

Στη δεύτερη κοινοβουλευτική περίοδο, πάντως, δεν είναι δυνατόν να «προστεθούν» αναθεωρητέες διατάξεις. H μόνη δυνατότητα που θα υπάρχει είναι να απορριφθούν κάποια ή κάποιες από εκείνες τις διατάξεις οι οποίες είχαν προσδιοριστεί στην αρχική περίοδο.

Υπενθυμίζεται ότι στο Σύνταγμα υπάρχει σαφής αναφορά ότι «δεν επιτρέπεται αναθεώρηση του Συντάγματος πριν περάσει πενταετία από την περάτωση της προηγούμενης». Δεδομένου ότι η τελευταία αναθεώρηση έγινε το 2008, η Βουλή με τη σημερινή σύνθεσή της μπορεί να δρομολογήσει τις διαδικασίες.