ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Αναζητώντας αγοραστές για το χρέος

Αναζητώντας αγοραστές για το χρέος

Βρισκόμαστε στα τέλη Ιανουαρίου. Η ατμόσφαιρα στην Ελλάδα είναι πνιγηρή και έρχονται να την βαρύνουν περαιτέρω δημοσιεύματα στους Financial Times που μιλούν για σχέδια δανεισμού από την Κίνα. Ηδη από τα τέλη Νοεμβρίου έχει υπάρξει δημοσίευμα της Dow Jones Newswires ότι η Αθήνα διαπραγματεύεται με κινεζικές τράπεζες για την πώληση ελληνικών ομολόγων 25 δισ. ευρώ εντός του 2010, με πιθανή είσοδο των Κινέζων στο μετοχικό κεφάλαιο της Εθνικής Τράπεζας – συζήτηση για την οποία (αν όντως διεξαγόταν) δεν είχε γνώση ο τότε διευθύνων σύμβουλος της Εθνικής, Απόστολος Ταμβακάκης.

Την ημέρα που ξεκινούν οι εργασίες του Νταβός, οι F.T. αναβιώνουν το ρεπορτάζ αυτό, προσθέτοντας νέες λεπτομέρειες – και υπογραμμίζοντας τον ρόλο της Goldman Sachs. Είναι η εποχή που αμέτρητοι «καλοθελητές», από στελέχη επενδυτικών τραπεζών έως αγνώστων περγαμηνών «επενδυτικοί σύμβουλοι», παρουσιάζουν κάθε λογής σχέδιο για εξεύρεση χρημάτων, πάντα με τη δική τους… καταλυτική μεσολάβηση. Ορισμένοι υπουργοί και αξιωματούχοι παίζουν το παιχνίδι των «καλοθελητών», διαρρέοντας αριστερά και δεξιά ότι υπάρχει η δυνατότητα εναλλακτικής χρηματοδότησης του χρέους.

Το υπουργείο Οικονομικών αρνείται ότι αναζητά αγοραστές του ελληνικού χρέους στην Κίνα. Αντίστοιχη διάψευση έρχεται και από την Goldman Sachs. Οι διαψεύσεις ερμηνεύονται στον διεθνή οικονομικό Τύπο ως παραδοχή της ελληνικής κυβέρνησης ότι δεν κατάφερε να βρει στήριξη ούτε από τους Κινέζους. Το αποτέλεσμα είναι τα spreads να εκτιναχθούν και ο κ. Παπανδρέου να φτάσει στο Νταβός σε συνθήκες πανικού στις αγορές.

Για μεγάλες επενδύσεις

Οι επαφές του πρωθυπουργού με την κινεζική ηγεσία αφορούσαν κυρίως τη δυνατότητα πραγματοποίησης επενδύσεων και όχι το ενδεχόμενο αγοράς δημόσιου χρέους. Το επιβεβαιώνει ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης Θεόδωρος Πάγκαλος, που δηλώνει στην «Κ» ότι οι Κινέζοι «δεν ενδιαφέρονταν για διακρατική συμφωνία. Μας έλεγαν να δημιουργήσουμε το κατάλληλο κλίμα ώστε να κάνουν μεγάλες επενδύσεις, με όρους αγοράς».

Ο Γιώργος Παπακωνσταντίνου σημειώνει ότι «οι Κινέζοι είχαν πει, σε πολιτικό επίπεδο, ότι ενδεχομένως να ενδιαφερθούν για αγορά ομολόγων, αλλά δεν έδωσαν συνέχεια». Ο υπουργός Οικονομικών σχεδίαζε ταξίδι στο Πεκίνο την περίοδο εκείνη, το οποίο δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ.

Ο Σπύρος Παπανικολάου, επικεφαλής του ΟΔΔΗΧ έως τις 18 Φεβρουαρίου, σημειώνει ότι σε πρακτικό επίπεδο ο ίδιος δεν είχε καθόλου επαφές για δανεισμό με τους Κινέζους και ότι δεν πίστευε ότι μπορούσε η Ελλάδα να αντλήσει από την ασιατική υπερδύναμη τα ποσά που είχαν διαρρεύσει στον Τύπο.

Στα μέσα Φεβρουαρίου, ο κ. Παπανδρέου επισκέπτεται τη Μόσχα, όπου συναντιέται με τον πρόεδρο της Ρωσίας Ντμίτρι Μεντβέντεφ και τον πρωθυπουργό –και πραγματικό ισχυρό άνδρα της χώρας– Βλαντιμίρ Πούτιν. Πριν από τη συνομιλία του με τον κ. Πούτιν, ο Ελληνας πρωθυπουργός έχει συνάντηση με ομογενή επιχειρηματία που θεωρείται ότι έχει στενή σχέση με την πολιτική ηγεσία της χώρας. Ο επιχειρηματίας δηλώνει στον κ. Παπανδρέου ότι ο κ. Πούτιν είναι διατεθειμένος να βοηθήσει οικονομικά την Ελλάδα σε αυτή την κρίσιμη συγκυρία.

Χωρίς ανταπόκριση

Στη συνάντηση των δύο πρωθυπουργών, ο κ. Παπανδρέου θέτει ζήτημα αγοράς ελληνικών ομολόγων στον Ρώσο ηγέτη. Η ανταπόκριση δεν είναι αυτή που προσδοκούσε. Ο κ. Πούτιν προσπερνά το θέμα των ομολόγων και γυρίζει τη συζήτηση στο αν προτίθεται το ελληνικό κράτος να αγοράσει ρωσικά όπλα και αμυντικά συστήματα. Την ίδια μέρα, μετά τη δική του συνάντηση με τον Ελληνα πρωθυπουργό, ο κ. Μεντβέντεφ δηλώνει ότι πρόετρεψε τον κ. Παπανδρέου να ζητήσει οικονομική βοήθεια από το ΔΝΤ.

Ο πρωθυπουργός μίλησε εκείνη την περίοδο και με τους ηγέτες άλλων χωρών για τη δυνατότητα δανεισμού της Ελλάδας. Ο Νορβηγός πρωθυπουργός τον παρέπεμψε στον επικεφαλής του κρατικού επενδυτικού ταμείου (sovereign wealth fund) λέγοντας ότι δεν αποφασίζει ο ίδιος τέτοια ζητήματα. Οι επαφές με το Κατάρ απέβησαν εξίσου άκαρπες, καθώς, σύμφωνα με πληροφορίες, οι οικονομικοί διαχειριστές του εμιράτου αξίωναν επιτόκια πάνω από 6% για να δανείσουν τη χώρα.

Και στην ΕΚΤ

Η Λούκα Κατσέλη αποκαλύπτει ότι είχε προτείνει να εισηγηθεί ο πρωθυπουργός την παρέμβαση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας στη δευτερογενή αγορά ομολόγων. «Ηταν μέγα και τραγικό λάθος της ΕΚΤ που δεν το έπραξε στο σημείο εκείνο» λέει σήμερα η πρώην υπουργός. Ερωτηθείς σχετικά, ο Λορένζο Μπίνι Σμάγκι, μέλος τότε της εκτελεστικής επιτροπής της κεντρικής τράπεζας, εξηγεί ότι μία παρέμβαση της ΕΚΤ στη δευτερογενή αγορά τότε «θα έστελνε το λάθος μήνυμα» και ότι μόνο η υπαγωγή της Ελλάδας σε ένα πρόγραμμα σταθεροποίησης θα επέτρεπε στη Φρανκφούρτη να προχωρήσει σε αγορές ομολόγων.
Η κυβέρνηση βολιδοσκόπησε κάθε δυνατότητα εναλλακτικής χρηματοδότησης – από τις λογικές έως τις απίθανες. Η απλή, σκληρή αλήθεια ήταν πως λεφτά δεν υπήρχαν.

Το τραπεζικό σύστημα μπροστά στο πρόβλημα

Την περίοδο αυτή αρχίζει να κορυφώνεται η ανησυχία και στο ελληνικό τραπεζικό σύστημα. Την Κυριακή 31 Ιανουαρίου, την επομένη της επιστροφής του πρωθυπουργού από τον πολυτελή «θάλαμο βασανιστηρίων» του Νταβός, κορυφαίοι υπουργοί, στελέχη του ΠΑΣΟΚ και κρατικοί τραπεζίτες καλούνται στο Μαξίμου. Οι αγορές κεφαλαίων έχουν πλέον κλείσει για τις ελληνικές τράπεζες, όπως και η διατραπεζική, ενώ έχει ξεκινήσει το πρώτο κύμα φυγής καταθέσεων. Εξι μέρες νωρίτερα, οι ελληνικές τράπεζες είχαν αγοράσει περίπου τα 2/3 του πενταετούς ομολόγου των 8 δισ. ευρώ, αυξάνοντας ακόμα περισσότερο την έκθεσή τους στο ελληνικό δημόσιο χρέος.

Γίνονται δύο ξεχωριστές συσκέψεις. Στην πρώτη, ο πρωθυπουργός, παρουσία των κ. Παπακωνσταντίνου, Σαχινίδη και Ζανιά –αλλά όχι της υπερμάχου της ήπιας προσαρμογής Λούκας Κατσέλη– βλέπει το ηγετικό δίδυμο της Εθνικής, τον Θ. Πανταλάκη της ATE Bank και τον Κλ. Παπαδόπουλο του Ταχυδρομικού Ταμιευτηρίου. Ο Απόστολος Ταμβακάκης έχει πάρει το αυτοκίνητό του (χωρίς οδηγό και την προσωπική του ασφάλεια) και έχει παραλάβει τον Β. Ράπανο από το σπίτι του. Οταν φτάνουν, μπαίνουν στο Μαξίμου από την πίσω πόρτα – όλα σε μία απόπειρα διασφάλισης της μυστικότητας της σύσκεψης που αποδείχθηκε τελικά εντελώς μάταια, καθώς ήταν το βασικό θέμα στα τηλεοπτικά δελτία ειδήσεων εκείνο το βράδυ.

Ο κ. Παπανδρέου δείχνει καταβεβλημένος. Μιλά για εθνική περιπέτεια στην οποία εισέρχεται η χώρα και ζητεί την άποψη των συνομιλητών του για το πώς πρέπει να κινηθεί. Ο διευθύνων σύμβουλος της Εθνικής μιλά έξω από τα δόντια. Αναλύει το ήδη επείγον πρόβλημα της ρευστότητας και την άμεση πιθανότητα κατάρρευσης του τραπεζικού συστήματος. Μαζί με τον κ. Ράπανο, καλούν τον πρωθυπουργό να λάβει άμεσα σκληρά μέτρα – κάτι που λένε εκείνη την περίοδο και άλλοι κορυφαίοι τραπεζίτες, όπως ο Νίκος Νανόπουλος της Eurobank.

Στη δεύτερη σύσκεψη, με τους πολιτικούς, γίνονται εκ νέου αναφορές σε δανεισμό από την Κίνα και τη Μέση Ανατολή (Λ. Κατσέλη) και στο πολιτικό κεφάλαιο του ΠΑΣΟΚ που δεν πρέπει να σπαταληθεί (Χρ. Παπουτσής). Μιλώντας στην «Κ», ο κ. Ταμβακάκης λέει ότι «αν είχαν ληφθεί σοβαρά μέτρα 2-3 μήνες νωρίτερα, δεν θα είχαμε μεν αποφύγει το πρόγραμμα, αλλά ίσως να είχαμε πιο ομαλή προσγείωση».

Για το τραπεζικό σύστημα, οι μήνες από τον Φεβρουάριο έως την υπογραφή του Μνημονίου έδιναν στους επικεφαλής του καθημερινές όψεις της αβύσσου – η οποία συχνά κοιτούσε πίσω. Δεν ήταν λίγες οι φορές που, στο τέλος της ημέρας, ύστερα από τηλεφωνήματα που αντάλλαζαν, η μία τράπεζα παρείχε ρευστότητα στην άλλη, ώστε να μην καταφύγει στην Τράπεζα της Ελλάδος και δώσει το έναυσμα μιας γενικότερης κρίσης εμπιστοσύνης. Ο κ. Ταμβακάκης φτάνει στο σημείο να χαρακτηρίσει την περίοδο Μαΐου – Ιουνίου 2012 (μεταξύ των δύο εκλογών) «περίπατο» –καθώς υπήρχε τότε η ασπίδα του δανειακού προγράμματος– μπροστά στην αγωνία εκείνων των πρώτων μηνών του 2010.

Μια άτυπη σύνοδος έφερε στο προσκήνιο το ΔΝΤ

Στις 10 – 11 Φεβρουαρίου, λαμβάνει χώρα έκτακτο, άτυπο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο στις Βρυξέλλες, με θέμα την Ελλάδα. Εχει προηγηθεί η κατάθεση του τριετούς Προγράμματος Σταθερότητας και Ανάπτυξης στα μέσα Ιανουαρίου από την κυβέρνηση. Το ΠΣΑ προβλέπει πάγωμα των αυξήσεων για δημόσιους υπαλλήλους με αποδοχές άνω των 2.000 ευρώ (μετά το σχετικό αντάρτικο Παπουτσή) και μείωση του κονδυλίου για επιδόματα κατά 10%. Ο πήχυς για τη μείωση του ελλείμματος του 2010 έχει αυξηθεί περαιτέρω – σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του, θα πέσει στο 8,7% του ΑΕΠ. Το Πρόγραμμα, παρά τις επιφυλάξεις που εκφράστηκαν, είχε εγκριθεί από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Η αντίδραση των αγορών ήταν μια άλλη ιστορία: ο συνωστισμός στην έξοδο κινδύνου από τους κατόχους ελληνικού χρέους εντάθηκε και τα spreads συνέχισαν την εκρηκτική ανάβασή τους.

Στις 2 Φεβρουαρίου, μετά το Νταβός και τη συνάντηση με τους υπουργούς και τους τραπεζίτες στο Μαξίμου, ο πρωθυπουργός σε διάγγελμά του είχε ανακοινώσει πάγωμα μισθών, μείωση επιδομάτων και αύξηση στον ΕΦΚ καυσίμων. Οι αγορές είχαν και πάλι αδιαφορήσει.

Στο περιθώριο της άτυπης Συνόδου γίνεται κλειστή σύσκεψη στην οποία συμμετέχουν ο Ελληνας πρωθυπουργός, η Γερμανίδα καγκελάριος Αγκελα Μέρκελ, ο Γάλλος πρόεδρος Νικολά Σαρκοζί, ο πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ζ. Μ. Μπαρόζο, ο πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Χέρμαν βαν Ρομπέι και ο πρόεδρος της ΕΚΤ Ζ. Κ. Τρισέ. Είναι η πρώτη συνάντηση του άτυπου διευθυντηρίου που θα διαχειριστεί την ευρωπαϊκή κρίση – αν και με σημαντικές ελλείψεις, με κυριότερη αυτή του Ντομινίκ Στρος-Καν, τον οποίο ο Νικολά Σαρκοζί θέλει να κρατήσει σε ασφαλή απόσταση, εν μέρει έχοντας υπόψη του ότι είναι ο πιθανότερος αντίπαλός του στις γαλλικές προεδρικές εκλογές του 2012. Ο Γάλλος κεντρικός τραπεζίτης εδώ και μήνες ζητεί από την Ελλάδα να εντείνει τους ρυθμούς της δημοσιονομικής προσαρμογής, αλλά παράλληλα πιέζει τους Ευρωπαίους να γίνουν πιο συγκεκριμένοι σχετικά με τον υπό συζήτηση μηχανισμό στήριξης.

Οι εταίροι έχουν υιοθετήσει το πρώτο σκέλος της λογικής Τρισέ. Στη συνάντηση, οι συνομιλητές του ζητούν από τον κ. Παπανδρέου τη λήψη πρόσθετων μέτρων, με την κ. Μέρκελ να παρατηρεί ότι οι αγορές δεν έχουν πειστεί και τον κ. Μπαρόζο, σε υψηλούς τόνους, να λέει ότι η Ελλάδα δεν έχει κάνει αρκετά.

Ο πρωθυπουργός εκρήγνυται. Υπενθυμίζει στον κ. Μπαρόζο ότι μόλις προ ολίγων ημερών η Κομισιόν είχε εγκρίνει το Πρόγραμμα Σταθερότητας και Ανάπτυξης και ότι αν είχε κάνει τη δουλειά της σχετικά με τις ατασθαλίες της προηγούμενης κυβέρνησης, δεν θα βρισκόταν η Ελλάδα –και η Ευρώπη– σε αυτή τη δύσκολη θέση. Παρόλα αυτά, έχοντας έλθει σε σχετική συνεννόηση με τον Γάλλο πρόεδρο, δηλώνει ότι θα πάρει νέα μέτρα – υπό τον όρο να τα διαδεχθεί σθεναρή, απερίφραστη στήριξη από την Ευρώπη που να μπορέσει, επιτέλους, να κατευνάσει τις αγορές. Η κ. Μέρκελ, σύμφωνα με μία εκδοχή, τον παροτρύνει να τα ανακοινώσει ευθύς αμέσως, εξερχόμενος από την αίθουσα – κάτι το οποίο της εξηγεί ότι δεν γίνεται.

Συνάντηση-καταλύτης

Γνώστες των ευρωπαϊκών διεργασιών εκείνης της περιόδου, αλλά και των διλημμάτων που αντιμετώπιζε η καγκελάριος, συντείνουν στην άποψη ότι η συνάντηση αυτή, αλλά και η αντίληψη εκ μέρους του Βερολίνου της ανεπάρκειας της Κομισιόν στη διαχείριση της κρίσης, ήταν ο καταλύτης για τη γερμανική απόφαση να εμπλακεί το ΔΝΤ στην ελληνική διάσωση. Η ώρα του Ταμείου πλέον πλησιάζει. Το ανακοινωθέν του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου στις 11 Φεβρουαρίου αναφέρει ότι στην παρακολούθηση του προγράμματος προσαρμογής της Ελλάδας θα συμβάλει με την «ειδημοσύνη» του και το ΔΝΤ. Τα τεχνικά κλιμάκια του Ταμείου που έχουν κληθεί να στηρίξουν μεταρρυθμίσεις στη διαχείριση των δημόσιων οικονομικών και στη φορολογική διοίκηση έχουν ήδη καταφτάσει στην Αθήνα σε αυτήν τη φάση.

Οπως θυμάται ο Παναγιώτης Ρουμελιώτης, στις 17 Φεβρουαρίου του τηλεφώνησε ο υπουργός Επικρατείας Χάρης Παμπούκης. «Μου ζήτησε εκ μέρους του πρωθυπουργού να αναλάβω για σύντομο χρονικό διάστημα τη θέση του εκπροσώπου της Ελλάδας στο ΔΝΤ. Ηθελαν να αξιοποιήσω τη στενή σχέση που είχα με τον Ντομινίκ Στρος-Καν» λέει στην «Κ» ο κ. Ρουμελιώτης. «Τόσο ο πρωθυπουργός όσο και ο υπουργός Οικονομικών μου είχαν πει ότι λόγω των δυσκολιών που αντιμετώπιζε η Ελλάδα με τους εταίρους της στην Ευρωζώνη, θα έπρεπε να εξεταστεί το ενδεχόμενο χρηματοδότησης από το ΔΝΤ, ώστε να αποφευχθεί η χρεοκοπία. Αυτή ήταν η κύρια αποστολή μου στην Ουάσιγκτον» καταλήγει ο κ. Ρουμελιώτης.

Ενώ ο νέος εκπρόσωπος της Ελλάδας στο ΔΝΤ έφτανε στη Ουάσιγκτον στις 6 Μαρτίου, ο κ. Παπανδρέου συνειδητοποιούσε ότι, παρά τον νέο γύρο δημοσιονομικής εξυγίανσης τον οποίο είχε μόλις εξαγγείλει, η Ευρώπη –και πιο συγκεκριμένα η Γερμανία– δεν θα ήταν παρούσα με τον τρόπο που απαιτούσαν οι περιστάσεις.

Το «πακέτο Ακερμαν» και το γερμανικό «όχι»

Η θέση του διευθύνοντος συμβούλου της Deutsche Bank ήταν πάντα κάτι περισσότερο από απλά o θρόνος στο γερμανικό τραπεζικό πάνθεον. Ο επικεφαλής της μεγαλύτερης γερμανικής τράπεζας είχε ανέκαθεν στενές επαφές με την πολιτική εξουσία και ισχυρή επιρροή στη διαχείριση της γερμανικής οικονομίας.

Ο Ελβετός Γιόζεφ Ακερμαν, που ανέλαβε το τιμόνι του γερμανικού τραπεζικού Λεβιάθαν το 2002, ήταν ήδη το 2009 από τους πιο ισχυρούς «καγκελάριους» της Deutsche Bank μεταπολεμικά. Το φθινόπωρο του 2008 είχε στηρίξει τις τραπεζικές διασώσεις της κυβέρνησης Μέρκελ. Λίγο περισσότερο από ένα χρόνο αργότερα, καθώς η κρίση υπερχρέωσης μετέβαινε από το τραπεζικό στο κρατικό στάδιο με επίκεντρο την Ελλάδα, αποφάσισε να αναλάβει μία νέα πρωτοβουλία.

Μιλώντας με άλλες τράπεζες και μεγάλους θεσμικούς επενδυτές που –σαν την Deutsche Bank– είχαν σημαντική έκθεση στα ελληνικά ομόλογα, ο κ. Ακερμαν συγκεντρώνει δεσμεύσεις πόρων για μία σύμπραξη δημόσιου και ιδιωτικού τομέα με σκοπό τη στήριξη της Ελλάδας. «Ο στόχος ήταν να μαζέψουμε 30 δισ. ευρώ – 15 δισ. από τον ιδιωτικό τομέα και άλλα 15 από κράτη-μέλη της Ευρωζώνης» αφηγείται στην «Κ» ο Ελβετός τραπεζίτης. «Ελπίζαμε ότι με αυτά τα “κεφάλαια σποράς”» –όπως αποκαλεί τα 30 δισ.– «θα επαναφέραμε την εμπιστοσύνη».

Αρκετοί θεσμικοί επενδυτές είχαν δηλώσει την πρόθεσή τους να συμμετάσχουν στο πακέτο Ακερμαν, ενώ, όπως λέει, «είχαμε και κάποιες θετικές ενδείξεις από τη γαλλική κυβέρνηση». Με αυτά τα εφόδια στις αποσκευές του, ο επικεφαλής της Deutsche Bank ταξιδεύει στην Αθήνα προς τα τέλη Φεβρουαρίου και συναντά τον Γ. Παπανδρέου και τον Γ. Παπακωνσταντίνου. Ο πρωθυπουργός και ο υπουργός Οικονομικών αντιδρούν θετικά. «Του είπαμε ότι φυσικά και μας ενδιαφέρει, ότι πιστεύαμε ότι θα μπορούσε να ηρεμήσει τις αγορές. Και τον ρωτήσαμε αν μπορεί να συγκεντρώσει το ποσό» θυμάται ο κ. Παπακωνσταντίνου.
Οπως σε τόσα άλλα ζητήματα στη μακρά ευρωπαϊκή κρίση, η απάντηση στο ερώτημα αυτό θα κρινόταν από τη στάση του Βερολίνου. Ο κ. Ακερμαν είχε μεταβεί στην Αθήνα χωρίς προηγούμενη συνεννόηση με την κ. Μέρκελ. Επιστρέφοντας στη Φρανκφούρτη, τηλεφωνεί στον παλαιό του γνώριμο Γενς Βάιντμαν, τότε κορυφαίο οικονομικό σύμβουλο της Αγκελα Μέρκελ στην καγκελαρία και μετέπειτα πρόεδρο της Bundesbank.

Χωρίς έγκριση

Η αντίδραση δεν ήταν αυτή που ήλπιζε. Ο οικονομικός εγκέφαλος της καγκελαρίας εξηγεί στον κ. Ακερμαν ότι η γερμανική κυβέρνηση απαιτεί πολύ πιο ανελαστικές δεσμεύσεις για μέτρα και μεταρρυθμίσεις πριν δεχθεί να στηρίξει οικονομικά την Ελλάδα. Στην αρνητική στάση του Βερολίνου παίζει κρίσιμο ρόλο και η αβεβαιότητα σε σχέση με το μέγεθος του πακέτου, η διόγκωση του οποίου πέραν των αρχικών δεσμεύσεων θα μπορούσε να δημιουργήσει τεράστιο πολιτικό πρόβλημα στην καγκελάριο. Επιπλέον, υπάρχει η ανησυχία ότι ένα κοινό πακέτο του ιδιωτικού και του δημόσιου τομέα θα δημιουργούσε νομικό πρόβλημα σε περίπτωση που θα έπρεπε στο μέλλον να γίνει αναδιάρθρωση του χρέους της Ελλάδας υπό την κατοχή ιδιωτών (θα ήταν δύσκολο να μην αντιμετωπιστούν ιδιώτες και κράτη-δανειστές pari passu). Τις επόμενες μέρες, όταν διαρρέει το ταξίδι του κ. Ακερμαν, η ίδια η κ. Μέρκελ σπεύδει να διευκρινίσει ότι ήταν καθαρά δική του πρωτοβουλία, χωρίς την έγκριση της κυβέρνησης.

Αναλογιζόμενος την απόπειρά του τότε, ο κ. Ακερμαν εξηγεί το σκεπτικό του ως εξής στην «Κ»: «Είχα στον νου μου τον φόβο μετάδοσης της κρίσης. Είχαμε για τα ευρωπαϊκά δεδομένα μία μικρή ανάφλεξη, και ήθελα να τη σβήσω πριν μετατραπεί σε πυρκαγιά». Γνωρίζοντας όμως όσα ακολούθησαν, παραδέχεται ότι «δεν είναι καθόλου σίγουρο» ότι το πακέτο που επιχείρησε να συγκεντρώσει θα είχε σβήσει την ελληνική φωτιά.