ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Το ΔΝΤ θα «μιλήσει» μετά τις εκλογές

Το ΔΝΤ θα «μιλήσει» μετά τις εκλογές

ΟΥΑΣΙΓΚΤΟΝ-ΑΝΤΑΠΟΚΡΙΣΗ. Για μετά τις εκλογές, στο τέλος Μαΐου, έχει προσδιοριστεί η συζήτηση στο εκτελεστικό συμβούλιο του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου (ΔΝΤ) για την έγκριση της δόσης προς την Ελλάδα. Η εξέλιξη προκαλεί ερωτήματα μεταξύ χωρών-μελών του ΔΝΤ για το αν αυτή η κίνηση γίνεται για λόγους πολιτικής σκοπιμότητας και ενώ το Ταμείο επιμένει στην ανάγκη ελάφρυνσης του ελληνικού χρέους.

Το θέμα της Ελλάδας δεν προβλέπεται να συζητηθεί τις επόμενες δύο εβδομάδες, καθώς δεν έχει κατατεθεί ακόμη η σχετική έκθεση, γεγονός που εκ των πραγμάτων συνεπάγεται ότι η συνεδρίαση θα γίνει μετά τις εκλογές της 25ης Μαΐου. Υστερα από μία δύσκολη συνεδρίαση για τη βοήθεια προς την Ουκρανία, όπου εκφράστηκαν πολλές ενστάσεις, και μία άλλη για το χρέος των φτωχών χωρών, που δεν κατέληξε κάπου λόγω των πολλών διαφορετικών θέσεων, η εξέλιξη περιπλέκει μια συζήτηση που ούτως ή άλλως αναμενόταν να είναι έντονη.

Πηγές από την Ουάσιγκτον θεωρούν πως η κατάθεση της έκθεσης αργεί λόγω καθυστερήσεων στην ικανοποίηση προαπαιτουμένων από την ελληνική κυβέρνηση, όπως η ψήφιση του Μεσοπρόθεσμου. Κι ενώ έχουν μαζευτεί πολλά λόγω της καθυστέρησης στην προηγούμενη αξιολόγηση, η χρονική συγκυρία πριν από τις εκλογές δεν αφήνει ιδιαίτερα περιθώρια κινήσεων, καθώς μάλιστα η ρητορική της κυβέρνησης μιλάει για έξοδο από το Μνημόνιο.

Αλλά και σε ευρωπαϊκό επίπεδο η συζήτηση είναι ενοχλητική, με το ΔΝΤ να επιμένει στην ανάγκη μείωσης του ελληνικού χρέους, την ώρα που κάποιοι Ευρωπαίοι αξιωματούχοι το χαρακτηρίζουν βιώσιμο.

Η ηγεσία του ΔΝΤ έχει πεισθεί ότι οι Ευρωπαίοι δεν μπορούν να δεχθούν «κούρεμα» όχι μόνο για πολιτικούς, αλλά και για ουσιαστικούς λόγους, καθώς σε κάποιες χώρες αυτό απαγορεύεται από το Σύνταγμά τους. Αν και οι αναλυτές του ΔΝΤ θεωρούν το «κούρεμα» τον «προτιμητέο» τρόπο για να γίνει το ελληνικό χρέος βιώσιμο, ο επικεφαλής οικονομολόγος του Ταμείου, Ολιβιέ Μπλανσάρ, αναγνωρίζει πως η βιωσιμότητα του ελληνικού χρέους μπορεί να έρθει και με παράταση των λήξεων ή και μείωση των επιτοκίων. Οπως δε κατέστησαν σαφές οι δηλώσεις του εκπροσώπου του οργανισμού, Τζέρι Ράις, την περασμένη Πέμπτη, το ΔΝΤ εξακολουθεί να επιμένει στην ανάλυσή του, ότι δηλαδή το ελληνικό χρέος είναι πολύ υψηλό.

Το Ταμείο δεν μπορεί να αγνοήσει την κρίση του τεχνικού του προσωπικού. Στο πρώτο ελληνικό πρόγραμμα, παρά την πίεση, οι οικονομολόγοι του αρνήθηκαν να εγγυηθούν ότι το ελληνικό χρέος ήταν διαχειρίσιμο, με αποτέλεσμα να… αλλάξει τελικά το καταστατικό του ΔΝΤ. Οταν εμφανίστηκε δε το χρηματοδοτικό κενό, υπήρξε δεύτερο πρόγραμμα για να καλύψει τα κενά του πρώτου και στη συνέχεια το «κούρεμα» του χρέους που κατείχαν οι ιδιώτες.

Με τις τελευταίες πληροφορίες από τις Βρυξέλλες να συνδέουν μια νέα αναδιάρθρωση, αυτή τη φορά του δημόσιου τομέα με τα τεστ κοπώσεως της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, ίσως το ΔΝΤ να χρησιμοποιεί το «κούρεμα» ως μέσο πίεσης για να φέρει επιτέλους τους Ευρωπαίους στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων.

«Ούτε καν ετέθη το ζήτημα»

Ευρωπαϊκές πηγές εντός του Ταμείου επιμένουν ότι το ζήτημα της αναδιάρθρωσης του χρέους «ούτε καν ετέθη» κατά την πρόσφατη συνάντηση της επικεφαλής του οργανισμού, Κριστίν Λαγκάρντ, με τη Γερμανίδα καγκελάριο Αγκελα Μέρκελ. Οι ίδιες πηγές αρνούνται ότι υπάρχει νέα πίεση από το ΔΝΤ στο θέμα της αναδιάρθρωσης και επαναλαμβάνουν το πάγιο μοτίβο των τελευταίων μηνών: πως οι Ευρωπαίοι εταίροι έχουν δεσμευθεί να δώσουν περαιτέρω βοήθεια για την ελάφρυνση του χρέους εφόσον η Ελλάδα εξακολουθήσει να τηρεί τις υποχρεώσεις της στο πλαίσιο του προγράμματος.

Αυτό δεν σημαίνει, ωστόσο, ότι η παρελκυστική πολιτική των Ευρωπαίων δεν ανησυχεί τη διοίκηση του ΔΝΤ. Είναι χαρακτηριστικό ότι, όταν ερωτήθηκε για τις συνεχείς καθυστερήσεις στη συζήτηση για την αναδιάρθρωση, ο κ. Ράις είπε μόνο ότι «οι διαπραγματεύσεις με την ελληνική κυβέρνηση για το πρόγραμμα διεξάγονται κανονικά». Την ίδια στιγμή, οι καθυστερήσεις αποδίδονται και στο υψηλό διακύβευμα του ελληνικού προγράμματος. Οπως σημειώνουν πηγές από το Ταμείο, η Ελλάδα έχει δεχθεί τη μεγαλύτερη στήριξη που έχει δοθεί ποτέ από το ΔΝΤ, καθώς και το μεγαλύτερο «κούρεμα» χρέους που έχει γίνει, και προβλέπουν ότι οποιαδήποτε νέα ελάφρυνση θα συνοδεύεται από προϋποθέσεις ώστε να διασφαλισθεί ότι η κατάσταση δεν θα ξεφύγει ξανά.

Αντίθετα, η πίεση ήταν πολύ μικρότερη στην Πορτογαλία, η έξοδος της οποίας από το Μνημόνιο λίγο πριν από τις ευρωεκλογές εκτιμάται πως έγινε για πολιτικούς λόγους, με στελέχη του ΔΝΤ να εμφανίζονται απογοητευμένα για την υστέρηση στις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις και αρκετούς αναλυτές να επικρίνουν την απουσία ενός προληπτικού προγράμματος για τη χώρα.